Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΕΣ ΝΕΡΟΤΣΟΥΛΗΘΡΕΣ
Νοε
18

Γράφει ο Γιάννης Παπαμιχαήλ*

 «Το πολύ της ισότητας μας έφαγε, που μας προίκισε με τον αέρα κλειστού στρατοπέδου.»

Οδυσσέας Ελύτης, «Ο κήπος με τις Αυταπάτες»

Κάθε χρόνο, με την ευκαιρία των εισαγωγικών εξετάσεων ή όταν αρχίζει η σχολική χρονιά, έχουμε συνηθίσει να ακούμε τα στερεότυπα περί των ονείρων της εκπαιδευόμενης ή σπουδάζουσας νεολαίας, καθώς λίγο αργότερα, περί των διαψευσμένων προσδοκιών των μαθητών, των φοιτητών, των γονέων και κηδεμόνων τους, αλλά και των πτυχιούχων αποφοίτων των διαφόρων ΑΕΙ, που συνήθως δεν βρίσκουν δουλειά αντίστοιχη με τα προσόντα και τις σπουδές τους. Μέσα σε αυτόν τον ορυμαγδό των δηλώσεων που αναδεικνύουν περίτρανα την εικόνα της Παιδείας ως κοινωνικού ασανσέρ (που υποτίθεται ότι εξασφαλίζει την κοινωνική άνοδο των πολλών, αλλά και την σταθερή παραμονή των κοινωνιομορφωτικά προνομιούχων κάπου κοντά στα κοινωνικά ρετιρέ), εύκολα αποσιωπάται και ξεχνιέται κάθε πραγματικό γεγονός που αντιφάσκει με την ωραία κοινωνική παράσταση μιας ανώτατης εκπαίδευσης σοβαροφανούς, αλλά συχνά ριζικά υπονομευμένης από τους ίδιους τους φοιτητές. Μιας μεταλυκειακής εκπαίδευσης δηλαδή, τόσο επιφανειακά εκδημοκρατισμένης, τόσο ηθικά και δεοντολογικά ξεχαρβαλωμένης και τόσο φιλικής προς το νεοελληνικό κυνικό μικροαστισμό, που αντί να εξασφαλίζει, όπως υποτίθεται, το κύρος των τίτλων σπουδών που παρέχουν τα ΑΕΙ και το τυπικό τουλάχιστον δικαίωμα της πρόσβασης των πτυχιούχων σε μια πιο καλοπληρωμένη εργασία ή έστω, σε μια απασχόληση που θα έχαιρε κάποιας, αναμφισβήτητης επιστημονικής αναγνώρισης, εμφανίζεται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο μαζικά σαν μια χοντροκομμένη εκπαιδευτική φάρσα, η οποία τείνει να ισοπεδώσει κυριολεκτικά κάθε έννοια αξιοκρατίας, ορθολογικής αξιολόγησης των επιδόσεων και δικαιοσύνης στην απονομή των διαφόρων τίτλων σπουδών.

«Τα πτυχία copies κτώνται»

«Τα πτυχία copies κτώνται» έγραφε προ καιρού ένα πολύ χαριτωμένο, χιουμοριστικό υποτίθεται, αλλά απολύτως ειλικρινές «αναρχοαυτόνομο» σύνθημα στους τοίχους του Παντείου Πανεπιστημίου. Με άλλα λόγια, τα «παιδία παίζει» σε πανεπιστημιακές παιδικές χαρές. Καμιά φορά τα «παιδία» ίσως το παρακάνουν – και τότε δημιουργείται ένα μικροσκάνδαλο, που γρήγορα όμως θα ξεχαστεί. Όπως ήδη ξεχάστηκε το πρόσφατο επεισόδιο με τους 106 φοιτητές του Πανεπιστημίου Πατρών που είχαν αγοράσει και καταθέσει την ίδια ακριβώς εργασία στο μάθημα «Δυναμικά Μαθηματικά Υποδείγματα» του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων.

Δεν πρόκειται καν για κάποια κορυφή του παγόβουνου. Πρόκειται μάλλον για μια πασίγνωστη πλέον πρακτική παράκαμψης των «τυπικών εμποδίων» στην αποφοίτηση σε πτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Η παραπάνω πρακτική συνοδεύει τις συνηθισμένες αντιγραφές στις εξετάσεις, τη διανομή θεμάτων SOS από τις φοιτητικές παρατάξεις, τον παπαγαλισμό και τις ποικίλες διευκολύνσεις σε φοιτητές «τουρίστες» για να αποφοιτήσουν ή να περάσουν το μάθημα και να «μας ξεφορτωθούν». Θα μπορούσε ίσως κανείς να ισχυριστεί ότι πια δεν υπάρχει ούτε «κορυφή», ούτε «παγόβουνο». Μόνο ένα τέλμα όπου βουλιάζουν όλοι μαζί, λιγοστοί άξιοι και μπόλικοι ανάξιοι, εν δυνάμει σοβαροί μελλοντικοί επιστήμονες και πλήθος ημιμαθών της συμφοράς. Ένας βούρκος άθλιας μικροαστικής υποκρισίας γεμάτο κυνικούς και θρασείς δικαιωματούχους που αναζητούν παντού ευκολίες και παντός είδους «αρπαχτές» για να βολευτούν και που θεωρούν ότι η ανομία, η κατάργηση όλων των κανόνων (λογικών, ηθικών, ακαδημαϊκών), αποτελεί κάτι σαν εκδήλωση απείθειας στην εξουσία και «χειραφέτησης». Οι πιο στομφώδεις μάλιστα ανάμεσα στους νεαρούς μικροαστούς αφισοκολλητές που συχνάζουν στα προαύλια των πανεπιστημίων και που επιδίδονται συχνά (χωρίς να έχουν πάντα άδικο) σε καταγγελίες του πανεπιστημιακού κατεστημένου, της διαπλοκής του με συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα και της ακαδημαϊκής στειρότητας, αλλά που επίσης αρέσκονται πολύ σε βαρύγδουπους, «ριζοσπαστικούς» λεονταρισμούς, πέραν κάθε αίσθησης της ιστορικής πραγματικότητας (και του γελοίου) και που βαυκαλίζονται με τη δήθεν αντιεξουσιαστική ρητορική του ελευθεριακού φιλελευθερισμού, θεωρούν ότι αποτελούν οι ίδιοι τις πολιτικές εκφράσεις ενός… «πολυεθνικού προλεταριάτου» που αντιστέκεται στα «πανεπιστήμια των αφεντικών», στους «μπάτσους» και στους «φίλους τους, τους καθηγητές»… Ο νεοελληνικός πανεπιστημιακός μπαξές διαθέτει χώρους για κάθε σουρρεαλισμό και για όλα τα «άνθη»…

Σε πρώτη φάση «όλα για το χαρτί». Σε δεύτερη φάση, ύφος επιστήμονα με αξιώσεις κοινωνικής αναγνώρισης και άποψη τεκμηριωμένη ως ορθολογική από κάποιο τίτλο σπουδών που, όπως λέγεται, αποκτήθηκε «με πολύ κόπο, μελέτη και θυσίες». Σε τρίτη τέλος φάση ή και παράλληλα, δυσαρέσκεια και πικρά παράπονα γι’ αυτόν τον «άδικο κόσμο», για την αγορά εργασίας, δηλαδή για το «σύστημα» που δεν αναγνωρίζει, ως όφειλε – και κυρίως δεν ανταμείβει σύμφωνα με την αξία τους, όλες αυτές τις θυσίες με τις οποίες αποκτήθηκαν τα πολλά και θαυμαστά προσόντα των ανέργων πτυχιούχων (π.χ. στη Διοίκηση των Επιχειρήσεων)…

Προφανώς, όπως και να το κάνουμε φαίνεται ότι υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα από γονείς, κηδεμόνες και εκπαιδευτικούς που σιγοντάρει ή έστω ανέχεται σιωπηλά όλη αυτή την κατάσταση και μάλιστα, με συνείδηση «πολύ προοδευτική»: το σημαντικό των 106 υπό εκπαίδευση «επιστημόνων» του πανεπιστημίου Πατρών δεν είναι τόσο ότι ψώνισαν όλοι την ίδια ακριβώς εργασία (μάλλον από κάποιον άνεργο πτυχιούχο που βρήκε κι αυτός έναν τρόπο να ζήσει), ούτε ότι χωρίς καν να κάνουν τον κόπο να διασταυρώσουν το περιεχόμενό της, έσπευσαν να την καταθέσουν όλοι μαζί ως πρωτότυπη, δική τους ατομική «συμβολή στην επιστήμη» («Σιγά τα λάχανα! Ποιος ασχολείται;»). Δεν είναι ούτε ότι, τρομαγμένη από τη μαζικότητα της απάτης, η ακαδημαϊκή κοινότητα, αντί να διαγράψει οριστικά από το πανεπιστήμιο όλους αυτούς τους εκλεκτούς μελλοντικούς αποφοίτους του («μα που ζείτε; φαντάζεστε την κοινωνική κατακραυγή αν αποτολμούσαμε κάτι τέτοιο;»), τους καταδίκασε «εξοντωτικά» με τον αποκλεισμό τους… από τις εξετάσεις του Σεπτεμβρίου 2017! Είναι ότι οι συνδικαλιστικές φοιτητικές παρατάξεις, γνωρίζοντας καλά τις κοινωνικές ευαισθησίες περί του θέματος και μεριμνώντας βέβαια για την αποδοχή τους από τις «ευρύτερες φοιτητικές μάζες» (καθώς και από τις οικογένειες των παραπάνω «μαζών»), έσπευσαν να καταδικάσουν την παραπάνω «αυστηρή τιμωρία» των 106 αναξιοπαθούντων αντιγραφέων με ένα παραλήρημα λαϊκισμού τόσο χονδροειδές, που μόνο κάτι «εκσυγχρονιστές – ευρωπαϊστές – αντιλαϊκιστές» του νεοελληνικού συρμού μπορούν σήμερα να επιδείξουν: «Σε περίοδο βαθιάς κρίσης (sic!) η απαγόρευση συμμετοχής φοιτητών στην επαναληπτική εξεταστική του Σεπτεμβρίου αποτελεί ακραία κίνηση(!!!) η οποία θα έχει τραγικές συνέπειες για την ομαλή συνέχεια των σπουδών των παραπάνω φοιτητών (!!!!!)».

Βεβαίως – βεβαίως, τα επίσημα πολιτικά κόμματα και οι πρόεδροι της νεολαίας τους έσπευσαν να αδειάσουν τους παραπάνω «λαϊκιστές» της φοιτητικής συνδικαλιστικής βάσης, επισημαίνοντας ωστόσο με τη σειρά τους ότι «οι εκάστοτε κυρώσεις πρέπει να είναι αναλογικές του κάθε παραπτώματος και όχι εξοντωτικές» (άραγε, ποια να είναι η «αναλογική κύρωση» για μια απάτη φοιτητών του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων που ενέχονται σε μια μαζική αντιγραφή τέτοιας κλίμακας και τέτοιου κυνισμού;) Τελικά, ενδεχομένως με το δίκιο τους, οι φιλελεύθεροι παραπάνω πολιτικοί υπεύθυνοι μοιάζουν να αναρωτιούνται: άραγε, όταν οι επιστήμονες, καθώς και οι διδάσκοντες τις επιστήμες, καλούνται να γίνουν οι ίδιοι ή να συνεργαστούν με επιχειρηματίες, είναι τόσο περίεργο όταν 106 μελλοντικά στελέχη της Διοίκησης Επιχειρήσεων αγοράζουν και εμπορεύονται «ολίγη επιστήμη» χωρίς να ενοχλούνται από εθιμικά «ξεπερασμένες» κυρώσεις και άλλες αρνητικές συνέπειες της πράξης τους; Ελπίζεται άλλωστε πως μετά από κάποια πιο «λογική ποινή» – και τον αναμενόμενο συνετισμό των εν δυνάμει αντιγραφέων, η εκπαίδευση στη διοίκηση των επιχειρήσεων θα έχει κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς την πιο προσεκτική τήρηση των ακαδημαϊκών προσχημάτων…

Και οι άλλοι, λίγοι ή πολλοί, που προσπαθούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των μαθημάτων χωρίς κομπίνες; Αυτοί είναι τα μόνιμα θύματα ενός αθέμιτου ανταγωνισμού – και το ξέρουν, αλλά τι να καταγγείλεις, σε ποιον, με τι αποτέλεσμα; Εκείνοι που έχουν το ήθος και τα λεφτά να αγοράζουν τις εργασίες τους χαίρουν αμέσως ή πλαγίως της υποστήριξης ή έστω της ανοχής από αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους που σε κάθε τέτοια καταγγελία θα τείνουν μάλλον να χαμογελάσουν (ίσως «πικρά») ή να σηκώσουν αδιάφορα τους ώμους τους. Άλλωστε, οι περισσότεροι διδάσκοντες στα ΑΕΙ έχουν πάντα πιο επείγουσες υποχρεώσεις. Δεν έχουν χρόνο να ακούνε τα παράπονα κάποιων έντιμων φοιτητών – που συχνά εξάλλου είναι και κάπως «γλύφτες»…

Όπως και να ‘χει, φαίνεται πως το πνεύμα των καιρών συμβαδίζει στα πανεπιστήμια, όπως και αλλού, με τη διεύρυνση μιας κοινωνικής ομάδας, ημιμορφωμένων, αναρχοφιλελεύθερων κομφορμιστών, απολύτως συμμορφωμένων με τις πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες και μαφιόζικες πρακτικές των χειραφετημένων από κάθε κοινωνικό έλεγχο αγορών. Πρόκειται για μια κρίσιμη μάζα από φοιτητές, φοιτητοπατέρες συνδικαλιστές, πολιτικούς, ακαδημαϊκούς συνυπεύθυνους, γονείς και κηδεμόνες διψασμένους για την κοινωνική διάκριση που συνοψίζεται σε έναν κάποιο τίτλο σπουδών. Όλοι αυτοί, με τον καιρό πολλαπλασιάζονται. Με τον κυνισμό και την ανοχή τους υποθάλπουν συστηματικά όλες τις εκδηλώσεις του διανοητικού, ηθικού και πολιτικού εκφυλισμού της νεοελληνικής κοινωνίας. Όλοι αυτοί ελάχιστα ενοχλούνται και ακόμα λιγότερο ξαφνιάζονται από τέτοια φαινόμενα. Και ιδεολογικά τουλάχιστον, εμπλέκονται άμεσα με τις διαδικασίες του παραγωγικού παρασιτισμού. Άλλωστε, εύγλωττα τα «παιδιά» αποδίδουν τα πάντα στην οικονομική κρίση και στις κοινωνικές ανισότητες. Πάντα έτσι γινόταν. Παλιά, τα «παιδιά της πιάτσας» συζητούσαν στους καφενέδες της γειτονιάς «περί αδικία της κενωνίας. Αλλού να τα ‘χει μάτσα και πάκα και άλλος να μην σταυρώνει χαρούπι» (Ν. Τσιφόρος, Παραμύθια πίσω από τα Κάγκελα, εκδ. Ερμής, 1972, σ. 317) Τα ίδια ακριβώς συζητούν και τώρα, στα τσιπουράδικα, στα καφέ, στα μπαράκια. Μόνο που τώρα ως «κενωνία» έχουμε «εξελιχθεί»: τα «παιδιά» είναι πιο μορφωμένα, πιο πληροφορημένα, «σπουδαγμένα». Την «κενωνία» την λένε τώρα «κοινωνία». Οι συζητήσεις τους αναδεικνύουν περίτρανα τις οξυμένες κοινωνιοπολιτικές ευαισθησίες της προοδευτικής τους συνείδησης. Αυτών των ιδίων, των οικογενειών τους, των δασκάλων τους, των συνδικαλιστικών και πολιτικών τους εκπροσώπων.

Η ένσταση της ανεκτικότητας και του ωχ αδερφισμού

Και πράγματι, όπως όλοι ξέρουμε, ο κόσμος άλλαξε – ίσως προς το καλύτερο, ίσως προς το χειρότερο. Μαζί του άλλαξε το νόημα της κουλτούρας, της Τέχνης, της Παιδείας, της Επιστήμης. Η φιλολογία περί της νομικής ισότητας των ευκαιριών (στην αυτοπραγμάτωση του «καθενός») εκτίναξε τις ατομικές χειραφετήσεις από παραδόσεις και κανόνες, όπως και τις προσδοκίες μιας «όλο και πιο ωραίας ζωής» ή τις αναζητήσεις του «αυθεντικού εαυτού». Πολλαπλασίασε και τις «διαφορετικότητες», τις ιδιαιτερότητες των γούστων και των επιλογών. Υπέσκαψε τις κοινότητες ηθών και εθίμων ως κάτι που αντιβαίνει τις ατομικές ελευθερίες του αυτοπροσδιορισμού. Με άλλα λόγια, κάτι τελεσίδικο και ολισθηρό, τόσο όσο η αίσθηση της ακατανίκητης σπουδαιότητας του αέναου παρόντος εδραιώθηκε κυνικά στις μετανεωτερικές συνειδήσεις του δυτικού κόσμου. Οι φιλοσοφικές, «μεγάλες αναζητήσεις» έχασαν την αίγλη τους. Στη θέση τους οι τεχνοεπιστήμες προωθούν ολοένα και πιο αναλυτικές υπερεξειδικευμένες γνώσεις – ευμετάβλητες, όπως όλες οι επιστημονικές γνώσεις, αλλά και εν μέρει αβέβαιες, κατακερματισμένες, ίσως και επικίνδυνες, όσο τουλάχιστον αφορά τις άμεσες ή έμμεσες ανθρωπολογικές και πολιτικές συνέπειες των διαφόρων βιοτεχνολογικών, γενετικών και γνωσιακών τους εφαρμογών. Επίσης όμως, γνώσεις ασταθείς και ιδεολογικά προσαρμοσμένες στις εξίσου ευμετάβλητες προτεραιότητες των αγορών, που ορισμένες από αυτές τις τεχνοεπιστημονικές εξειδικεύσεις καλούνται συγκυριακά να υπηρετήσουν.

Στα πλαίσια λοιπόν αυτά, δηλαδή μιας εκπαίδευσης που δεν οργανώνει πλέον τις μεθόδους σκέψης και κριτικού αναστοχασμού, αλλά περιορίζεται συνήθως στο να μεταδίδει πληροφορίες και να συστηματοποιεί μαθηματικοποιημένες ή μη, παραστάσεις και μοντέλα «περιορισμένης χρήσης», τι νόημα έχει άραγε να κοπιάζει κανείς και να αποκτά γνώσεις, λόγου χάρη για τα μαθηματικά μοντέλα, σε ένα τομέα όπως η Διοίκηση Επιχειρήσεων, όταν μπορεί το ίδιο καλά να προμηθευτεί στην ελεύθερη αγορά την «εργασία» που τεκμηριώνει και πιστοποιεί την ενσωμάτωση των παραπάνω γνώσεων στα τυπικά επιστημονικά του εφόδια;

Ούτως ή άλλως ο τρόπος πρόσβασης και αποφοίτησης από το ελληνικό πανεπιστήμιο, ιδίως μάλιστα μετά το νόμο – πλαίσιο του 1982, δεν αντιστοιχούσε παρά ελάχιστα στις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις που ίσχυαν μέχρι πρότινος στα περισσότερα δυτικοευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Κατά προέκταση, η φοίτηση στα ΑΕΙ δεν είχε την κοινωνικά επιλεκτική οργάνωση των δυτικών πανεπιστημίων, που τις προηγούμενες δεκαετίες τουλάχιστον ευνοούσε εξ’ ορισμού κάποιους «κληρονόμους» (σύμφωνα με την έκφραση του Bourdieu). Τα πιο προνομιούχα άλλωστε κοινωνικά στρώματα στην Ελλάδα φρόντιζαν να στείλουν τα παιδιά τους στα καλά και αυστηρά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η πραγματική αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων βασίστηκε συνεπώς περισσότερο στις πολλαπλές και ακριβές προετοιμασίες που παρείχε η παραπαιδεία στους μαθητές που κατευθυνόντουσαν όλο και πιο μαζικά στα πανεπιστήμια, καθώς και στις πολυάριθμες «διευκολύνσεις αποφοίτησης» που παρείχαν αυτά τα ίδια ελληνικά πανεπιστήμια στους «ιθαγενείς» φοιτητές, οι οποίοι, εθισμένοι από νωρίς στον παπαγαλισμό και όχι στην κριτική σκέψη, διεκδικούσαν το «χαρτί», έστω και για να το κάνουν κορνίζα στον τοίχο. Οι συστηματικές αντιγραφές και η αγορά εργασιών ήρθαν μετά, «για να δέσει το γλυκό».

Κάποιοι προφανώς θα σπεύσουν να αντικρούσουν τα παραπάνω με το γνωστό δημαγωγικό επιχείρημα: «Μην ισοπεδώνουμε τα πάντα. Υπάρχουν και σοβαροί φοιτητές που σπουδάζουν σε σοβαρά, διεθνώς αναγνωρισμένα ελληνικά πανεπιστήμια». Αναμφισβήτητα. Όμως, ποιος ακριβώς άραγε «ισοπεδώνει τα πάντα»; Η κριτική μιας κυνικής τάσης υποβάθμισης των αξιών και των κανόνων της επιστημονικής εκπαίδευσης και της έρευνας, που μοιάζει να γενικεύεται, να εδραιώνεται στις συλλογικές συνειδήσεις πολλών ανθρώπων που δηλώνουν ότι σπουδάζουν και να γίνεται λίγο – λίγο κανόνας (έστω κανόνας αμφισβήτησης κάθε κανονικότητας), ή αντίθετα, η συστηματική υποτίμηση της σοβαρότητάς της με την προσχηματική υπενθύμιση ότι «όλα αυτά τα φαινόμενα αποτελούν εξαιρέσεις και παραμένουν περιθωριακά»;

Αν όντως δεχτούμε ότι τέτοια συμβάντα αποτελούν (ευτυχώς) ακόμα εξαιρέσεις (αν και ο ισχυρισμός αυτός θα έπρεπε να αποδειχτεί κάπως πιο συστηματικά), το πραγματικό ερώτημα είναι: Πως ακριβώς αντιμετωπίζονται σήμερα όλες αυτές οι δήθεν εξαιρέσεις; Όμως, ο βαθύς σκοταδισμός της κυνικής αποδόμησης κάθε καθιερωμένης διαδικασίας κοινωνικού ελέγχου των ατομικών συμπεριφορών, έχει πλέον ντυθεί με τα επιπόλαια ιδεολογικά ρούχα του «προοδευτισμού». Έχει επενδυθεί με το διανοητικό και ηθικό lifestyle της επιτρεπτικότητας και της ανεκτικότητας της κοινωνίας των ενηλίκων περίπου στα πάντα. Όμως, στο κάτω – κάτω της γραφής, αν όντως «καμία δουλειά δεν είναι ντροπή», η ανεκτικότητα της κοινωνίας – και ιδιαίτερα της ακαδημαϊκής κοινότητας στη λογοκλοπή και στην απάτη, είναι. Ή θα έπρεπε να είναι. Όπως και η εμμονή στην προσχηματική, τυπική επιστημονοποίηση του κάθε αντιγραφέα και λογοκλόπου που προτιμά να το παίζει φοιτητής (και να απαιτεί μετά την επίσημη αναγνώριση προσόντων που δεν έχει), παρά να πάει να δουλέψει σε κάτι πιο παραγωγικό από το να αντιγράφει ξένες εργασίες και να αγωνιστεί για μια καλύτερη ζωή, είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό. Διότι, το ελληνικό δημόσιο ανώτατο εκπαιδευτικό σύστημα σε λίγο δεν θα είναι ούτε τριτοκοσμικά εμπορευματοποιημένο και φιλελεύθερα ιεραρχημένο, ούτε καν «παρακμιακά αστικό». Τα πραγματικά αστικά στρώματα συνήθως γνωρίζουν καλά πώς να προασπίζονται τα κοινωνικά, πολιτικά και συμβολικά κεκτημένα της επικυριαρχίας τους. Η ηθική της εργασίας και της σοβαρής επένδυσης στο μέλλον συμβαδίζουν στις νοοτροπίες τους και στις επιλογές τους.

Περί του γοήτρου της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης

Είναι πράγματι γνωστό πως η επιδίωξη της ανόδου του μορφωτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων (και θεσμικά, ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης), δεν αντιστοιχεί μόνον στις ιστορικές εξελίξεις που χαρακτήρισαν τις παραγωγικές ανάγκες και τους τεχνικούς εκσυγχρονισμούς της νεότερης βιομηχανικής δυτικής κοινωνίας. Στα πλαίσια του καταμερισμού της εργασίας, είχαν επίσης ένα σημαντικό ιδεολογικό ρόλο ως προς τον ορισμό των κριτηρίων της κοινωνικής ιεραρχίας και του κύρους ή της «αξίας» των διαφόρων επαγγελμάτων. Η υψηλού επιπέδου μόρφωση, η καλλιέργεια, η «Παιδεία», αργότερα η τεχνοεπιστημονική εξειδίκευση, έχαιραν συνεπώς πάντα ενός διόλου ευκαταφρόνητου κοινωνικού γοήτρου. Ήδη από τον 15ο αιώνα και την Αναγέννηση, το γόητρο αυτό σαγηνεύει ιδιαίτερα τα ανερχόμενα αστικά στρώματα της εποχής, τα οποία παράλληλα τείνουν να «παραδίδονται στην πολυτέλεια και να επιδιώκουν μια άνετη ζωή εισοδηματία» (Von Martin, Η κοινωνιολογία της Αναγέννησης, εκδ. Νέα Σύνορα – Λιβάνης, 1979, σ. 94-95). Πρόκειται προφανώς για τους νεόπλουτους αστούς της εποχής, που συχνά μιμούνται αδέξια τους ευγενείς και αριστοκράτες, επιδιώκοντας να αποκτήσουν όσο πιο γρήγορα γίνεται ένα αντίστοιχο κοινωνικό κύρος, έστω στο πεδίο του lifestyle. Είναι βέβαια τα συνηθισμένα αντικείμενα χλευασμού του Μολιέρου στη Γαλλία και πολύ αργότερα, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, του Βέμπλεν στην Αμερική. Εντούτοις, στο διάστημα της Αναγέννησης, αρκετοί ήταν οι αστοί που επιδιώκοντας την διαρκή ενίσχυση της κεκτημένης οικονομικής τους κατάστασης, ή φοβούμενοι την μείωση των περιουσιών τους και την απώλεια της κοινωνικής τους θέσης δεν έπαψαν να οργανώνουν εθιμικά και νομικά τις αντιστάσεις τους. Έτσι, «ένας Φλωρεντινός, όσο εύπορος και αν ήταν απαιτούσε από καθέναν από τους γιους του να έχει τακτικό επάγγελμα. Οι πατεράδες το έκαναν αυτό προϋπόθεση κληρονομιάς. Συνέβαινε μάλιστα να ζητούν με τη διαθήκη τους από το κράτος να τιμωρείται κάθε γιος που δεν πρόκοβε με ένα μεγάλο χρηματικό πρόστιμο». (Von Martin, στο ίδιο).

Ωστόσο, τότε ακόμα το γόητρο των σπουδών δεν ήταν απλή προσομοίωση από ιδεολογίες και πρακτικές προς υιοθέτηση και κατανάλωση από τα κατακερματισμένα, εξατομικευμένα και πολιτικώς ανίσχυρα στρώματα των εργατών και των μικροαστών που «υποφέρουν» από κάποιο «σύμπλεγμα κοινωνικής κατωτερότητας». Είχε με άλλα λόγια μια κοινωνική λειτουργία όχι μόνο «σνομπίστικης» κοινωνικής διάκρισης, αλλά και διακυβεύματος των λαϊκών αγώνων για την εξασφάλιση μιας ουσιαστικής μόρφωσης, ενώ παράλληλα ήταν ένα εθιμικό και θεσμικό πλαίσιο για την κατοχύρωση της κυριαρχίας των πραγματικών ελίτ.

Όπως είναι αναμενόμενο ένας εικονικός εκδημοκρατισμός της ανώτατης παιδείας που υποκύπτει στον «φετιχισμό του χαρτιού», της πτυχιοποίησης όλων όσων διεκδικούν άκοπα (ή έστω «πληρώνοντας κάτι») ίσες ευκαιρίες κοινωνικής καταξίωσης και προκοπής, καθώς και η διαρκής υποβάθμιση της ουσίας και των γνωστικών περιεχομένων αυτού του «χαρτιού» σε απλά τυπικά προσχήματα, όχι μόνο δεν συντελεί στην ένταξη των διαφόρων πτυχιοποιημένων αποφοίτων σε κάποια πραγματική κοινωνική ελίτ, αλλά και καταλήγει σύντομα στην απώλεια ακόμα και του ελάχιστου γοήτρου που θα μπορούσαν να διατηρούν οι πανεπιστημιακές σπουδές στα περιφερειακά και λίγο ή πολύ υποβαθμισμένα ΑΕΙ. Ιδίως μάλιστα, όταν οι σπουδές αυτές πραγματοποιούνται σε γνωστικούς τομείς και τμήματα ήδη ιδεολογικά απαξιωμένους, όπως οι κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες. Συνεπώς, τέτοιοι τίτλοι σπουδών μοιάζουν περισσότερο με «χάντρες και μπιχλιμπίδια σε ιθαγενείς» παρά σε στοιχεία ενός διακεκριμένου lifestyle και εφοδίου πιθανώς αξιοποιήσιμου στην αγορά εργασίας από εκείνους που δεν επιθυμούν ούτε να παραμείνουν μονίμως άεργοι, ούτε να ενταχτούν στο δυναμικό των ευκαιριακά απασχολήσιμων και κακοπληρωμένων υπαλλήλων του δημοσίου ή των διάφορων ΜΚΟ.

Βέβαια, ακόμα και αν δεχτούμε ότι τα συνηθισμένα δημόσια πανεπιστήμια αποτελούν πλέον χώρους μεταλυκειακών σπουδών και όχι πραγματικής επιστημονικής κατάρτισης, αισθάνεται κάποτε κανείς ότι ματαιοπονεί όταν υπενθυμίζει στην Ελλάδα της κρίσης, κάποιες πολιτικές και εθιμικές προϋποθέσεις της πραγματικής δημοκρατικής εκλαΐκευσης του διαθέσιμου ιστορικά και κοινωνικά «μορφωτικού κεφαλαίου», σε μεταλυκειακό έστω επίπεδο. Ακόμα χειρότερα, σε μια κοινωνία τόσο αποσαρθρωμένη όσο η ελληνική, όταν υποστηρίζει κανείς τις πιο στοιχειώδεις βάσεις της «πρώην» κοινής λογικής, ίσως θα πρέπει να αισθάνεται πολύ συντηρητικός, ίσως και «αντιδραστικός». Εντούτοις, ένας άλλος πολύ γνωστός «οπισθοδρομικός και αντιδραστικός» φιλόσοφος, ο Μαρξ, είχε υποστηρίξει πριν πολύ καιρό, ότι «ο δρόμος που οδηγεί στην επιστήμη δεν είναι πλατειά λεωφόρος και πιθανότητες να φτάσουν στις φωτεινές κορυφές της έχουν μόνον εκείνοι που δεν φοβούνται να σκαρφαλώσουν στα απόκρημνα μονοπάτια της» (Πρόλογος στη γαλλική έκδοση του Κεφαλαίου).

Ίσως τώρα πια, μετά από τόσους «εκδημοκρατισμούς» της ανώτατης παιδείας, τόση «σύνδεσή της με την αγορά» και εθιμικά, τόση επιείκεια, τόση επιτρεπτικότητα, τόση «κατανόηση» και τόση «ανεκτικότητα στις μικροπαραβάσεις», δεν θα πρέπει να μιλάμε καν για «πλατειές λεωφόρους»: όπως και να ‘χει, για να κυκλοφορήσει κανείς σε αυτές, θα πρέπει να σέβεται τους κανόνες κυκλοφορίας. Είναι καλύτερα ίσως να μιλάμε για χρωματιστές νεροτσουλήθρες!

*Καθηγητής Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου
Επιστημονικός Επόπτης Δραστηριοτήτων Δικτύου «
psy-counsellors»

, , , ,



Προσθέσετε απάντηση