Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Από τα συναισθήματα άγχους και ανεπάρκειας στους «Surer Ουάου»
Φεβ
02

Πολλά από τα ψυχολογικά συμπτώματα και τα συναισθήματα δυσφορίας που βιώνει ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος, συνήθως νεαρής ηλικίας, τα οποία τον οδηγούν να ζητήσει βοήθεια από κάποιον επαγγελματία ψυχικής υγείας, εκφράζονται ως βιώματα άγχους που εκπορεύονται από συναισθήματα ανεπάρκειας. Ειδικότερα, εσωτερικεύοντας συχνά τις μεγάλες απαιτήσεις όχι μόνο του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, αλλά και των ανταγωνιστικών αξιών που διέπουν από νωρίς τις ευρύτερες διαδικασίες της εξατομικεύουσας κοινωνικοποίησής τους, τα άτομα υψώνουν υπερβολικά τον πήχη των προσδοκιών τους αναφορικά με τις επιδόσεις τους και εγκλωβίζονται σε μια ονειρώδη (αλλά και αγχωτική) συνθήκη ύπαρξης. Ως εκ τούτου, ο ναρκισσισμός τους, μη μπορώντας να αποδεχτεί εκπτώσεις στις εξιδανικευμένες φαντασιώσεις του ιδεατού εαυτού, υποχρεώνει το άτομο να ζει συχνά σε δυο παράλληλα σύμπαντα όπου το ένα αφορά την καθημερινή πραγματικότητα, ενώ το άλλο επικεντρώνεται σε μια «ιδεατή» συνθήκη ζωής, όπου δεν χωρούν συναισθήματα ανεπάρκειας, όπου κυριαρχεί η αίσθηση της παντοδυναμίας και όπου δεν υπάρχουν περιορισμοί και απαγορεύσεις και κάθε επιθυμία, ακόμα και η πιο ανεδαφική, οφείλει να πραγματοποιείται την ίδια στιγμή. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο φανταστικής, αλλά βιωμένης καθημερινότητας, το άτομο δεν χρειάζεται να κοπιάζει, να διεκδικεί, αλλά μπορεί να απολαμβάνει και να κατέχει όσα επιθυμεί, απλώς επειδή τα επιθύμησε. 

Η εν λόγω συνθήκη ύπαρξης προσιδιάζει περισσότερο σε κατάσταση ύπνωσης ή καταστολής των συναισθημάτων, των σκέψεων, αλλά και ολόκληρου του εαυτού και θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την κατάσταση των ατόμων που λαμβάνουν χρόνια ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή, των εθισμένων σε ψυχότροπες ουσίες ή ακόμα των χαμένων στους τρισδιάστατους δυνητικούς (εικονικούς) κόσμους των ηλεκτρονικών και διαδικτυακών παιχνιδιών. Άλλωστε, η παραπάνω κατάσταση διανοητικής ύπνωσης εμφανίζεται επίσης στους τρόπους έκφρασης, συνεπώς και σκέψης. Λόγου χάρη, στην τρέχουσα και καθομιλουμένη γλώσσα πολλών νεότερων ιδίως ανθρώπων, όπου η επιχειρηματολογία περιορίζεται συχνά σε ατάκες και φράσεις της μόδας, ακόμα και ο θαυμασμός δεν εκδηλώνεται πια με την χρήση επιθέτων και σαφών προσδιορισμών των ιδιοτήτων που θεωρούνται άξιες θαυμασμού. Αποδίδεται με εξαμερικανισμένα επιφωνήματα: «Ο τάδε είναι Super Ουάου!» ή με ανόητους και υπερβολικούς χαρακτηρισμούς που λειτουργούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: δεν λένε τίποτα το σαφές και το συγκεκριμένο (π.χ. «Ο τάδε είναι θεός!»). Εκφράσεις λοιπόν που προέρχονται όχι από γλωσσικές και διανοητικές επεξεργασίες, αλλά από νοηματικά ακατέργαστες εντυπώσεις ανθρώπων που μέσα από το λίγο ή πολύ εσκεμμένα περιορισμένο φάσμα εκφραστικών μέσων μιλούν για πράγματα και πρόσωπα «χωρίς ιδιότητες».

Εξάλλου, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων των συναισθημάτων ανεπάρκειας και βιωμάτων άγχους, τα άτομα προσανατολίζουν την πορεία προς τη διαφυγή από το ψυχολογικό αδιέξοδο μέσα από μια προοπτική οικοδόμησης του «super ουάου» και εξιδανικευμένου εαυτού τους. Στις περιπτώσεις αυτές, το άτομο διατηρώντας την επιθυμία του να το επιλέγουν τα υπόλοιπα κοινωνικά υποκείμενα, προσπαθεί να ανταποκρίνεται στα κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις της επιλογής. Τα κριτήρια αυτά, στις δικές μας κοινωνίες «μετάβασης», υφίστανται μια μετατόπιση του παραδοσιακού, κοινωνιοηθικού κέντρου βάρους, περνώντας από ένα αξιολογικό πλαίσιο που θα μπορούσε να περιγραφεί ως: «κριτήριο κοινωνικής επιλογής και αποδοχής του ατόμου είναι η προσφορά και η συνεισφορά του στο κοινωνικό σύνολο (οικείο και ευρύτερο)», σε ένα άλλο αξιολογικό πλαίσιο, εξατομικευμένο και ατομοκεντρικό, που θα μπορούσε να περιγραφεί ως: «κριτήριο κοινωνικής επιλογής και αποδοχής του ατόμου αποτελεί το «τι είμαι», ή ορθότερα το «τι φαίνεται ότι είμαι» και κατ’ επέκταση τι φαντάζομαι (ή φαντασιώνω) ότι είμαι, όπως αυτό ενσαρκώνεται μέσα από ένα συγκεκριμένο ύφος, ένα ανάλογο lifestyle και μια αντίστοιχη συμπεριφορά.».

Η προοδευτική εγκατάλειψη του πρώτου αξιολογικού πλαισίου συμπαρασύρει τα αισθήματα της εκτίμησης και της εμπιστοσύνης που ενέπνεε ένας άνθρωπος, οποίος διακρινόταν μέσω της προσφοράς του στην υπόλοιπη κοινωνία, ενώ η εγκαθίδρυση του δεύτερου αξιολογικού πλαισίου συνοδεύεται από το παιχνίδι της γοητείας, της σαγήνης και συγχρόνως του ανταγωνισμού.

Ο σύγχρονος μετανεωτερικός άνθρωπος περιφέρει τον εξαντικειμενοποιημένο εαυτό του επιδιώκοντας διαρκείς και αέναες γοητεύσεις των Άλλων και του καθρέφτη του. Βεβαίως, οι γρήγορες γοητεύσεις επιφέρουν γρήγορες απογοητεύσεις και «οι Super Ουάου», οι «τέλειοι» ή οι «θεοί» σύντομα κατρακυλούν στο status του «ημίθεου», από εκεί στο status του «ανθρώπου» και από εκεί ίσως και πιο κάτω, εγκλωβιζόμενοι σε μια αναντιστοιχία μεταξύ της ιδεατής και ναρκισσιστικής εικόνας του εαυτού και της πραγματικής εκδοχής του, καταλήγοντας συχνά σε ένα ψυχολογικό, αλλά και κοινωνικό αδιέξοδο.

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη», Έτος 6ο, Νοέμβριος 2014,  Αρ. Φύλλου 68.

, , ,



Προσθέσετε απάντηση