Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Διαδικασίες Μετανεωτερικής Αποδόμησης των Ιστορικών Συνειδήσεων**
Σεπ
13

Γράφει ο Γιάννης Παπαμιχαήλ*

Είναι ίσως επείγον να προβούμε σε μια ιστορία της μετανεωτερικότητας στο πεδίο των συλλογικών νοοτροπιών του δυτικού κόσμου – ίσως λίγο, όπως ο Φουκώ επιχείρησε παλαιότερα με το έργο του να περιγράψει και να ερμηνεύσει την ιστορία της νεωτερικότητας.

Θα λέγαμε λοιπόν ότι για τις σημερινές δυτικές κοινωνίες, καθώς και για τα σαστισμένα άτομα αυτών των κοινωνιών, η νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα που από τη δεκαετία ιδίως του ’80 και ύστερα εμφανιζόταν περίπου σαν μια «φυσική αναγκαιότητα», απαιτούσε πολλές εκλογικεύσεις και δημιουργούσε άλλες τόσες τάσεις φυγής. Εμφανίστηκε τότε με έμφαση, ως τεκμήριο της νέας «αυθεντικότητας», η ιδεολογία της «επιστροφής στον εαυτό». Μια τέτοια επιστροφή συμβαδίζει βέβαια με τη φιλοσοφίζουσα απόπειρα να αναζητηθεί το κλειδί της οικουμενικότητας (ίσως και της ανθρώπινης φύσης) στην εσωτερική ζωή του ατόμου. Ως ιδέα, χαρακτηρίζει τις φιλοσοφίες της λεγόμενης «αρχαιοελληνικής παρακμής» (επικούρειους, στωικούς κλπ.), αλλά και τις παραινέσεις του Αγίου Αυγουστίνου όταν, τη στιγμή της κατάρρευσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ρίχνει μια απαισιόδοξη ματιά στο επερχόμενο μέλλον του δυτικού κόσμου. Τώρα όμως, στη μετανεωτερική σημερινή πραγματικότητα, τη συζήτηση περί του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης στις δύο διαστάσεις της (της «εξωτερικότητας» και της ιστορικής πράξης αφενός, της εσωτερικής, πνευματικής αναζήτησης αφετέρου), τη χειρίζονται πλέον οι πιο αφελείς ιδεολογίες περί του οικουμενισμού και της ανθρώπινης πολλαπλότητας, παρέα με τις γεωγραφικές και οικολογικές ανησυχίες για τη μοίρα του πλανήτη ή τις ολοκληρωτικές ελπίδες για τη διαμόρφωση μιας ενιαίας οικουμενικής κουλτούρας που θα συμπεριλάμβανε στους κόλπους της όλες τις προηγούμενες μορφές πολιτισμού ( ένας «πολιτισμός των πολιτισμών»).

Όλα αυτά, αποτελούν πλέον τμήμα των άρρητων θεωριών περί του οικουμενικού που διαθέτει εν μέρει ή συγκεχυμένα, ο κάθε τυπικά εγγράμματος δυτικός πολίτης. Άρρητες πολιτικές θεωρίες που συνδέονται άλλωστε και με τις εξίσου άρρητες, απολύτως εργαλειακές εικόνες περί της ανθρώπινης νόησης, της οργάνωσης των γνώσεων ή της «επεξεργασίας των πληροφοριών από τον ατομικό νου». Ο νέος, εγγράμματος και μετανεωτερίζων κοινός νους, ως προς τις «βαθιές πεποιθήσεις του», μοιάζει μεθοδολογικά οργανωμένος γύρω από τέτοια αποσπάσματα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών θεωριών. Ο νους αυτός είναι επίσης γεμάτος από «ψυχολογίες», από αναβιώσεις μιας μαγικο-θρησκευτικής σκέψης διανθισμένης από ανατολίτικες (κάποτε και «σατανιστικές») πρακτικές και τελετουργίες, από υπαρξιακές εξεγέρσεις εκτός του παραδοσιακού πολιτικού πεδίου, αλλά και εκτός των πρακτικών της «παραδοσιακής» ταξικής πάλης που λαμβάνει χώρα στο «πεδίο των ιδεών». Η λεγόμενη απομάγευση του κοινού δυτικού νου φάνηκε τελικά γεμάτη όχι μόνο από νευροψυχολόγους και άλλους, σύγχρονους εκφραστές του βιολογίζοντος αναγωγισμού της ανθρώπινης, κοινωνικής πραγματικότητας στους νευρώνες και στα γονίδια, αλλά και από ανθρωπολογίζοντες «μάγους» νέας κοπής, με αλλοπρόσαλλες ινδουιστικο-παγανιστικές δοξασίες madeinUSA και από αιρέσεις μια θρησκόληπτης μεταφυσικής, που επικαλούμενες τη δύσμοιρη «ψυχολογία», αποκτούσαν μια εικονική πρόσβαση στον ορθό λόγο. Άλλωστε, οι πιστοί των νέων αυτών «μάγων-ψυχολόγων» δεν είναι πια τίποτα αγράμματοι χωρικοί, αλλά εγγράμματοι και πτυχιούχοι κάτοικοι πόλεων.

Θα λέγαμε συνεπώς ότι οι ρητές και άρρητες πολιτικές ή οικονομικές θεωρίες περί της «οικουμενικότητας» ή της «παγκοσμιοποίησης» συνοδεύτηκαν στενά από ένα σύνολο άλλοτε ρητών και άλλοτε άρρητων «μικρο-θεωριών» περί της «ανθρώπινης ατομικότητας» ή ακόμα πιο πρακτικά, περί του «εαυτού», περί των δυνατοτήτων του και των επιθυμιών του. Η «ψυχολογία» επιστρατεύτηκε ως «συμπλήρωμα» της ψυχιατρικής και φαρμακευτικής αγωγής για να καλύψει τις ανάγκες της ζήτησης ψυχολογικής υποστήριξης από την πλευρά των σύγχρονων «απομαγευμένων» υποτίθεται κοινωνικών συνειδήσεων. Εδραιώθηκε ως κάτι το πιο «ορθολογικό» στο μέτρο ακριβώς που υποχωρούσε ο παραδοσιακός ιερέας ως σύμβουλος και εξομολογητής των πιστών. Δίπλα σε μια μειοψηφία σοβαρών επιστημόνων, η αγορά γέμισε γρήγορα από διάφορους λίγο- πολύ θεόπνευστους, άλλοτε σκοτεινούς και άλλοτε χαζοχαρούμενους αποκρυφιστές, που δηλώνουν «ψυχολόγοι» και που έχουν προσθέσει στα γνωστά «πνεύματα» ή στις «μυστικές δυνάμεις» που επικαλούνται συνήθως οι μάγοι, ολίγη επιστημονοφανή εργαλειακότητα (με αναφορές στους «εγκεφάλους», στους «νευροδιαβιβαστές», στη «σεροτονίνη» κλπ.). Δεν είναι καθόλου λίγοι οι τυπικά εγγράμματοι Ευρωπαίοι «αφελείς» που σπεύδουν να ζητήσουν τις συμβουλές τους για να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες ή μικρές δυσκολίες της προσωπικής τους ζωής. Άλλωστε, δεν είναι λίγοι ούτε οι ψυχολόγοι που προτείνουν διάφορες αμφιλεγόμενες «ψυχοθεραπείες»: στο μέτρο που οι απαιτήσεις από τους φοιτητές, στους τομείς ιδιαίτερα των κοινωνικών επιστημών, έχουν συνήθως μειωθεί- και που επομένως, δεν είναι δύσκολο να αποφοιτήσει κανείς από διάφορα δημόσια και ιδιωτικά «ανωτατοποιημένα» εκπαιδευτικά ιδρύματα, πολλοί από τους παραπάνω επαγγελματίες «ψυχολόγους» αποδεικνύουν την εικονική επιστημοσύνη τους (και συνεπώς το κύρος των απόψεων τους) επιδεικνύοντας σε κάθε ζήτημα τους πολλούς τίτλους σπουδών που έχουν αποκτήσει.

Όλα τα παραπάνω συνόδεψαν τις ιδεολογίες της ατομικής χειραφέτησης, καθώς και τις αγοραίες πρακτικές της καταναλωτικής ευδαιμονίας έστω μέσω δανεισμού, μέσα σ’ ένα κλίμα ή ένα «πνεύμα των καιρών» που ευνοούσε όλο και περισσότερο την ακραία εξατομίκευση, την εσωστρέφεια- ακόμα και την ανοχή στις συνηθισμένες πια αντικοινωνικές συμπεριφορές όλων των ατόμων που, μαζί με την οικονομική τους εξασφάλιση, έψαχναν όλο και πιο συχνά «να βρουν τον εαυτό τους»… Να τον βρουν, αλλά επίσης να τον αναδείξουν, έστω και στο πεδίο του λάιφσταιλ, σε όλη την επιθυμητή πρωτοτυπία του, σε όλη την «διακεκριμένη» μοναδικότητά του, σε όλες τις πτυχές όπου μπορεί να κρύβεται η υποθετική «διαφορετικότητά του»: για το δυτικό μετανεωτερικό άτομο, όλα αυτά συνιστούν ουσιώδη, αν και φαινομενικά μη πολιτικά πεδία αναζήτησης, διεκδίκησης και αυτοεκπλήρωσης της ιδεώδους εικόνας του εαυτού- ζωτικά τμήματα των επιθυμιών του και ενδεχομένως της ικανοποίησης του, αναφαίρετο κομμάτι των νομικών, ανθρώπινων δικαιωμάτων του «καθενός».

Επί όλων αυτών, καμία συζήτηση και καμία αμφισβήτηση δεν είναι αποδεκτή, σύμφωνα με την ισχύουσα πολιτική ορθότητα. Σήμερα, μόνον οι αιθεροβάμονες ή οι «βαθιά ιδεαλιστές» μπορούν ακόμα να αμφισβητούν σοβαρά την υποταγή της πολιτικής στην οικονομία. Άλλωστε, ουδείς «σοβαρός άνθρωπος» δεν δικαιούται να αμφιβάλλει για το ότι οι πραγματικές πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται πάντα (με ένα μικρό γλίστρημα: «πρέπει να λαμβάνονται») από τις αγορές, έστω σε «τελευταία ανάλυση». Έτσι ακριβώς ο ίδιος πολιτικός «ρεαλισμός» επιβάλλει στον πολιτικό αναστοχασμό να διαπιστώσει, ίσως όχι ακριβώς το «τέλος της Ιστορίας», αλλά οπωσδήποτε ότι στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, το πάλαι ποτέ πατριωτικό πάθος, το δημοκρατικό και ταξικό πολιτικό σθένος των λαών και των κοινωνικών ομάδων που υφίστανται την εκμετάλλευση, έχει προ πολλού και «οριστικά» εξουδετερωθεί. Άλλωστε, η οικονομίστικα κατανοητή και εγκλωβισμένη στις ανισότητες της διανομής του πλούτου «εργατική τάξη», ιδίως μάλιστα υπό τον πολυεθνικό και κατακερματισμένο, «αμερικανικό» της χαρακτήρα, έγινε ένα εύχρηστο ιδεολογικό εργαλείο το οποίο μπορούσε εύκολα να στραφεί κατά του «ιστορικού αφηγήματος» του έθνους (ή έστω του «λαού των νοικοκυραίων» αυτού του έθνους). Η σταδιακή εγκατάλειψη των ιδεολογικά υποβαθμισμένων παραγωγικών δραστηριοτήτων από τους αυτόχθονες εργαζόμενους και παράλληλα οι συνεχείς ροές της λαθρομετανάστευσης που παρείχαν στα νέα μικρομεσαία αφεντικά άφθονο φθηνό εργατικό δυναμικό, διευκόλυναν ιδεολογικά τουλάχιστον, παρόμοιες νοηματικές αποδομήσεις της «εργατικής τάξης» και του «λαού». Για πολλούς, που συχνά αποτελούσαν τμήμα των ευρύτερων φοιτητικών κύκλων, όλο αυτό το νέο ιδεολόγημα πριμοδοτούσε επίσης την ηθική μιας «παγκοσμιοποιημένης» και αμιγώς «ταξικής» υποτίθεται πάλης, η οποία όχι μόνο συγκάλυπτε τη νεοφιλελεύθερη «ανθρωπιστική» ηθική των ανοιχτών συνόρων, όχι μόνο βάπτιζε «εργατική τάξη» όλους τους κοινωνικά και πολιτικά αποκλεισμένους, όλους τους λαθρομετανάστες, όλους τους στερημένους και όλους τους φτωχούς, αλλά και δανειζόταν από τη μαρξιστική ορολογία την ταξική συγκρουσιακή δυναμική με την οποία ένας κάποιος νεολαιίστικος και υποθετικά αντιεξουσιαστικός λόγος επιχειρούσε να αμφισβητήσει πολιτικά την έννοια του έθνους (και εκείνη του λαού), όχι άμεσα πια, από τη νεοφιλελεύθερη σκοπιά της παγκοσμιοποίησης των καπιταλιστικών αγορών, αλλά έμμεσα και όπως υποτίθεται, από τα «αριστερά».

Κάπου λοιπόν στη μετανεωτερική προέκταση του πάλαι ποτέ «προλεταριακού διεθνισμού» και με τη συνδρομή δεκάδων χρήσιμων και άχρηστων «ηλιθίων», ακαδημαϊκών και μη, συγκροτήθηκε ως ιδέα που συνόδευε τις λογικές των ανοιχτών συνόρων, ένα είδος «προλεταριακού ανεθνισμού» έτοιμου προς χρήση από τους κύκλους της μικροαστικής «διανόησης». Στη μετανεωρίζουσα ιδεολογική του συνθήκη, ο πολίτης άρχισε έτσι να αντιλαμβάνεται τα παλιά συναισθήματα του συνανήκειν, με τις δεσμεύσεις τους σε μια ιστορική συλλογικότητα ή σε μια πολιτισμική και κοινωνική ομοιότητα που αισθάνεται κανείς με τους οικείους ανθρώπους της κοινότητας όπου γεννήθηκε, ζει και εργάζεται, ως κατάλοιπο μιας μάλλον ακαλαίσθητης και υποτίθεται μιας «διαταξικής» λαϊκίστικης νοοτροπίας του παρελθόντος. Δηλαδή ως «απρέπεια» στο πεδίο της πολιτικά ορθής, «κοσμοπολίτικης» χρηστοήθειας, η οποία, κατά τη γνώμη των εν δυνάμει πεφωτισμένων και μορφωτικά διακεκριμένων ιδιωτών αυτού του μετανεωτερικού φυράματος, επιτρέπει τη γενική διάκριση μεταξύ των εν δυνάμει κοσμοπολιτών ή «πολιτών του κόσμου» και των «λαϊκιστών», με όρους διανοητικής και μορφωτικής επάρκειας.

Έτσι, οι μετανεωτερίζοντες «πολίτες του κόσμου» εγκαταστάθηκαν φαντασιακά σε ένα πεδίο σύγκρουσης με τα «αμόρφωτα και καθυστερημένα» στοιχεία που «δυστυχώς συναπαρτίζουν ακόμα τον βαθύ και χοντρό λαό». Αυτός ο τελευταίος λαός θα ήταν βέβαια εκείνος που φαίνεται να παραμένει συχνά προσηλωμένος στους «μύθους και στις προκαταλήψεις» της εθνοτικής του καταγωγής και της χαμηλής κοινωνιομορφωτικής του κατηγορίας. Απέναντι σε αυτόν το λαό (λόγου χάρη τον «εθνικιστικώς σκεπτόμενο» και συνήθως «ευρωφοβικό»), ρόλο διαφωτιστή αναλαμβάνουν πλέον όχι μόνο οι επίσημοι καθεστωτικοί υπάλληλοι των ΜΜΕ και των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, αλλά τα ίδια τα εγγράμματα πλέον, «σπουδαγμένα» και πληροφορημένα «παιδιά του λαού», που έχουν αναβαθμίσει ιδεολογικά την αυτοεκτίμηση τους με τους όρους που προωθεί η πολιτισμική παγκοσμιοποίηση και που βρίσκονται, στις σχέσεις τους με τους γονείς τους, σε μια μόνιμη κρίση «χάσματος γενεών». Από την «καλή πλευρά»: εκείνη της συγκυριακής αντιστοιχίας τους με τη φαντασίωση και την κατηγορική επιταγή της «αιώνιας νεότητας». Την εξιδανικευμένη εικόνα ενός δούλου σε καλή φυσική κατάσταση, ικανού να ζει «χωρίς να εμπλέκεται σε σχέσεις με βάθος και διάρκεια. Ενός ριζοσπάστη που ψάχνει μονίμως τον εαυτό του και στρέφει την πλάτη του στο παρελθόν». (Μισεά, 2008, σ.52).

Τώρα λοιπόν που η μαζική και ταυτόχρονα επιλεκτική φτωχοποίηση των μικρομεσαίων λαϊκών στρωμάτων φαίνεται να προχωράει χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, ίσως το μεγάλο ελληνικό πείραμα να επιτρέπει την εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων σχετικά με την αποτελεσματικότητα όλων των παραπάνω διαδικασιών διαμόρφωσης του «κοινού νου».

*Καθηγητής Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου

Επιστημονικός Επόπτης Δραστηριοτήτων Δικτύου «psy-counsellors»

**Απόσπασμα από το <<Ανυπόφορο Βουητό του Κενού>>, Κώστας Μελάς, Γιάννης Παπαμιχαήλ, εκδ. Αγγελάκης, 2016



Προσθέσετε απάντηση