Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Η Αίσθηση της Παρακμής
Ιουν
29

Όλοι μας σχεδόν διαπιστώνουμε καθημερινά ότι στην Ελλάδα τουλάχιστον, ίσως όμως και σε άλλες κοινωνίες του «ευρωπαϊκού νότου», φαίνεται να καταρρέει ένας τρόπος ζωής που την τελευταία τριακονταετία είχε κυριαρχήσει στις κοινωνικές νοοτροπίες και μάλιστα, είχε θεωρηθεί συνώνυμος της προόδου, του εκσυγχρονισμού ή ακόμα ενός κάποιου κακώς εννοούμενου «εξευρωπαϊσμού». Η πολύπλευρη κρίση, από τη μια στερεί από έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων τις καταναλωτικές δυνατότητες που μέχρι προ ολίγου πολλοί θεωρούσαν αυτομάτως εξασφαλισμένες από την ίδια την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας, ενώ παράλληλα οδηγεί τους πιο καταρτισμένους και σπουδαγμένους νέους, που εκπαιδεύτηκαν με έξοδα του ελληνικού κράτους και της οικογένειας, στην αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης στο εξωτερικό. Από την άλλη και ταυτόχρονα, στο πολιτισμικό και ιδεολογικό επίπεδο, η κρίση, όπως βιώνεται ατομικά από τον καθένα, όχι μόνο αφήνει αλώβητους τους τρόπους σκέψης που συνδέονται στενά με τις αιτίες και τα αποτελέσματα της κρίσης  (το συναίσθημα της ματαίωσης, της ανασφάλειας, της απογοήτευσης, της αδιαφορίας για τα κοινά κ.α.), αλλά επίσης, εν μέρει, φαίνεται παραδόξως να ενισχύει αυτές ακριβώς τις συλλογικές νοοτροπίες, οι οποίες προεκτείνουν τα παραπάνω συναισθήματα μέχρι την σφαιρική αντίληψη ενός κοινωνικού και πολιτικού αδιεξόδου. Έτσι, ο καταναλωτισμός, ο εγωκεντρισμός, η περιφρόνηση της χειρωνακτικής εργασίας – ιδίως μάλιστα εκείνης του αγροτικού κόσμου, ο κοσμοπολιτισμός και ο εξωτισμός του τουρίστα, συνεχίζουν να χαρακτηρίζουν τις συλλογικές αντιλήψεις και προσδοκίες. Ο απεγκλωβισμός του οικονομικού σκέλους της καθημερινής, στενόχωρης εμπειρίας του καθενός, από το κοινωνικό και πολιτικό σκέλος της συλλογικής ζωής κάθε βιώσιμης και οργανωμένης πολιτικής κοινότητας, καθίσταται έτσι μια συγκεκριμένη μετανεωτερική μορφή πολιτικοποίησης. Μέσω αυτής διαμορφώνεται, όχι πλέον η συνείδηση ενός δραστηριοποιημένου ελεύθερου πολίτη μιας εδαφικά συγκεκριμένης κοινότητας ανθρώπων ικανών να διεκδικήσουν συλλογικά τα κοινωνικά και πολιτικά τους δικαιώματα, αλλά η συνείδηση του εξατομικευμένου και νομαδικώς απασχολήσιμου «δούλου». Ως κατηγορία ανελεύθερου εργαζόμενου, ο «δούλος» στην ιστορία σπανίως επαναστατεί. Προτιμά να περάσει όσο γίνεται καλύτερα τη δουλική του ζωή.

Τόσο στην αρχαία, όσο και στη νεότερη δυτική ιστορία, οι πολιτικές κοινότητες των οικονομικά άνισων, αλλά πολιτικά ομοίων ελεύθερων ανθρώπων διακρίθηκαν όχι μόνο από την εσωτερική τους πολιτισμική συνεκτικότητα (δηλαδή τις ομοιότητες σε επίπεδο γλώσσας, ηθών, εθίμων, παραδόσεων κλπ.), αλλά και από τις κοινωνικοπολιτικές ομοιότητες που απέδιδε στους πολίτες α) η κοινή ιδιότητα του ιδιοκτήτη ενός μικρού ή μεγάλου τμήματος καλλιεργήσιμης γης ως μέσου παραγωγής πλούτου και β) η κοινή ιδιότητα του «μετόχου» στην συλλογική ιδιοκτησία επί του εδάφους μιας κοινής πατρίδας, νοούμενης ως πολιτικής έδρας της κοινότητας,  της οποίας την ανεξαρτησία και την ελευθερία προασπίζονται οι ελεύθεροι πολίτες  υπό την ιδιότητα του οπλίτη ή ακόμα του «άγνωστου στρατιώτη».

Τα κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά παρατράγουδα της παρακμής είναι επίσης γνωστά στην ιστορία. Επί παραδείγματι, όσο πλησιάζουμε την ελληνιστική περίοδο και ήδη από τον 4ο  π.Χ. αιώνα, λίγο δηλαδή πριν την οριστική υποταγή στους Ρωμαίους, παρατηρείται ότι οι πολίτες αδιαφορούν για τις δημόσιες υποθέσεις και ασχολούνται μόνο με τα ιδιωτικά τους ζητήματα. Αυτό ισχύει τόσο για τους πιο πλούσιους, οι οποίοι επιδιώκουν τη διατήρηση και την ενίσχυση της οικονομικής τους ισχύος και ασχολούνται με τις πολύμορφες απολαύσεις και ηδονές του ιδιωτικού τους βίου, ενώ αδιαφορούν για τη συμμετοχή σε πολιτικές συζητήσεις, όσο ακόμα περισσότερο, για τα φτωχά κοινωνικά στρώματα, που σε περιόδους οξυμένης οικονομικής κρίσης ιδιωτεύουν, αγωνιζόμενα για την επιβίωση. Στο πολιτισμικό και ιδεολογικό πεδίο αναδεικνύεται συστηματικά η σημασία του πλούτου και της εύκολης καθημερινής ζωής των πλουσίων. Το θέατρο λόγου χάρη του Μενάνδρου (Mossé Claude, 1996)[1] είναι ένα είδος αρχαίου «τηλεοπτικού σίριαλ», μια κωμωδία ηθών με μόνιμους πρωταγωνιστές νέους ευκατάστατων οικογενειών. Οι κωμωδίες έχουν ως κύριο θέμα την άστατη ερωτική ζωή και τις κοσμικές περιπέτειες της τότε υψηλής κοινωνίας. Οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι, ακόμα και όταν δυσανασχετούσαν με τις συμπεριφορές των νεότερων ή νοσταλγούσαν τις χαμένες πολιτικές παραδόσεις, αναγκαστικά ανεχόντουσαν αυτές τις καταστάσεις, που ιστορικά φάνηκαν να τους ξεπερνούν.

Οι αναλογίες με το παρόν είναι εύκολο να γίνουν. Στις αντιδράσεις, αλλά και στην τελματώδη στασιμότητα της «παλαιάς Ελλάδας» σε σχέση με το σημερινό κοινωνικό γίγνεσθαι,  υπάρχει κάτι παραπάνω από μια απλή μελαγχολία. Όπως έγραφε ο Κώστας Ουράνης για την καθολική Σύρο στα «Ταξίδια» του, η ομορφιά της ήταν περισσότερο μια συγκινητική αντίθεση του παρελθόντος με το παρόν, μια πνοή νοσταλγίας που «θυμίζει τις γερασμένες αρχόντισσες που διατηρούν στο βλέμμα τους μακρινά οράματα μεγαλείων. Ίσως να ήταν μια εποχή», γράφει ο Ουράνης για την παλιά καθολική Σύρο, «που η ζωή της νέας πολιτείας να την γέμιζε ζήλια και πικρία. Σήμερα όμως, αισθάνεται κανείς ότι την αφήνει αδιάφορη. Έχει την υπέρτατη αδιαφορία των ανθρώπων που, χωρίς ακόμα να έχουν πεθάνει, έχουν παύσει να ανήκουν στη ζωή.»[2]

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη»,  Απρίλιος 2016, Έτος 8ο, Αρ. Φύλλου 85.

[1] Mossé C. (1996). «Ο Έλληνας Άνθρωπος και η Οικονομία», στο «Ο Έλληνας Άνθρωπος», εκδ. Ελληνικά Γράμματα

[2] Ουράνης, Κ. «Ταξίδια στην Ελλάδα». εκδ. Βιβλιοπωλείο Εστίας

, , , ,



Προσθέσετε απάντηση