Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Με την Ποίηση του Καβάφη (2)
Μάι
26

Σε μια πρόσφατη επιφυλλίδα του (Καθημερινή 3-5-15), ο Χρ. Γιανναράς παρατηρούσε ότι ζούμε έναν πραγματικό εφιάλτη, όχι μόνον επειδή «ακροβατούμε μεταξύ άτακτης χρεοκοπίας και εξανδραποδιστικής υποτέλειας», αλλά κυρίως επειδή βιώνουμε μια ολοκληρωτική κοινωνική διάλυση σε όλα τα πεδία της καθημερινής κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής. Τι απελπίζει έναν άνθρωπο του πνεύματος σαν τον Γιανναρά; Η «πολιτικώς ορθή» αδιαφορία της κοινωνίας για την επίσημη μετατροπή της χώρας μας σε ευρωπαϊκή αποθήκη λαθρομεταναστών, τους οποίους η ανωτέρω πολιτική ορθότητα αποκαλεί πλέον απλώς «παράτυπους μετανάστες»; Η απαξίωση της έννοιας του ελληνισμού και της ελληνικότητας από ένα σημαντικό αριθμό πολιτών αυτής της χώρας, οι οποίοι εξακολουθούν να θεωρούν τον εαυτό τους «κοσμοπολίτη» και «ευρωπαίο», τη στιγμή ακριβώς που οι ευρωπαίοι εταίροι μας αντιμετωπίζουν με τη δυσπιστία και την περιφρόνηση που οι κυρίαρχοι έδειχναν πάντα στους ραγιάδες, στους αποικιοκρατούμενους και στους δούλους; Η αποδοχή του ονόματος «φορολογία» που αποδίδεται σε κάθε «αυθαίρετο χαράτσι, αδιάντροπη κλοπή του μόχθου» ολόκληρων γενεών, αλλά και  η ένταξη θα προσθέταμε στην κατηγορία των φοροφυγάδων όλων όσων επιχειρούν να διασώσουν κάτι από την ιδιωτική περιουσία τους που υφίσταται τη ληστρική επίθεση των υπαλλήλων του καθεστώτος; Η παντελής τέλος αδιαφορία του κόσμου για τα δημόσια αγαθά, από τα πιο μικρά έως τα πιο μεγάλα, σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία, η παιδεία ή η ενημέρωση; Μάλλον όλα αυτά. Τελικά, ο Γιανναράς διατυπώνει το ερώτημα: «Η έκλειψη του ελληνισμού από τον στίβο της ιστορίας, είναι συμπτώματα που επιδέχονται αντιστροφή ή είναι τεκμήρια αναπότρεπτου τέλους;». Ποιος μπορεί να δώσει απάντηση;

«Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.

Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,

πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.

Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα

αντιλαμβάνονται. Η ακοή

αυτών  κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών

ταράττεται. Η μυστική βοή

τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.

Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν

έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.»

Καβάφης, «ΣΟΦΟΙ ΔΕ ΠΡΟΣΙΟΝΤΩΝ», 1915

Ο κάθε πολίτης της χώρας αυτής διαπιστώνει ότι κάτω από τα ψευδεπίγραφα προσχήματα της φιλανθρωπίας και της δήθεν μέριμνας για τα ατομικά «ανθρώπινα δικαιώματα» καιροφυλακτεί η πραγματική αδιαφορία για τον πλησίον και για τον συμπολίτη. Είναι το κύριο σύμπτωμα του εσωτερικού κατακερματισμού, αλλά και της ανταγωνιστικής διάθεσης που στρέφει τον κάθε εξατομικευμένο πολίτη κατά οποιουδήποτε το νεοφεουδαρχικό καθεστώς αποκαλεί «προνομιούχο». Καταλήγουμε έτσι σε μια ισοπεδωτική εξίσωση μιας εξατομικευμένης και διαλυμένης κοινωνίας που στηρίζεται στα συναισθήματα του φθόνου και στη λογική των «στερημένων» να αρπάξουν ο, τι μπορούν, όπως μπορούν. Ακόμα περισσότερο, επικρατεί μια ανταγωνιστική διάθεση που εμφανίζεται με την ελπίδα του κάθε στερημένου ότι θα «ψοφήσει ο γάιδαρος του γείτονα», έτσι ώστε να υποστεί και αυτός την μοίρα της φτώχιας και της υποταγής στους ισχυρούς, συνεπώς, να εξισωθεί με τους υπόλοιπους. Ταυτόχρονα βέβαια, όλοι επιθυμούν να φαίνονται κοινωνικώς διακεκριμένοι. Να διακρίνονται παριστάνοντας, έστω φαντασιακά, ότι αποτελούν τμήμα μιας κάποιας ελίτ (όχι απαραίτητα οικονομικής). Μιας «ελίτ» πάντως που απαιτεί από τους άλλους κάποια κοινωνική αναγνώριση, η οποία βέβαια συνήθως δεν έρχεται ακόμα και όταν εκείνος που ίσως ευελπιστεί σε αυτήν την αξίζει πραγματικά. Η κατάρρευση λοιπόν της εθνικής πολιτικοκοινωνικής συνοχής μοιάζει να έχει συμπαρασύρει όλες τις άλλες μορφές της λαϊκής ή ακόμα της παραδοσιακά «ταξικής» αλληλεγγύης. Από την αρχαιότητα ήταν άλλωστε γνωστό: η κάθε ελληνική πόλις – κράτος επιθυμούσε να είναι πάντα η «πρώτη» μεταξύ όλων των άλλων «ίσων». Γι’ αυτόν τον πολιτικό χαρακτήρα των αρχαίων Ελλήνων, ο Πολύβιος[1] σημείωνε: «Άπαντες γαρ ηγεμονικοί, μάχονται συνεχώς προς αλλήλους, απαραχωρήτως διακείμενοι περί των πρωτείων.» (Ιστορία Ε΄, 106-5)  Όταν τα απειλητικά νέφη της επερχόμενης ρωμαϊκής κατάκτησης σκιάζουν τους ελεύθερους ακόμα αρχαιοελληνικούς πολιτικούς ουρανούς, οι τραγικές προειδοποιήσεις ορισμένων οξυδερκών πολιτικών, όπως ο Αγέλαος από την Ναύπακτο συνεχίζουν να πέφτουν στο κενό: «Σε λίγο θα βρεθούμε στην αγωνιώδη θέση μήπως συμβεί ώστε, τόσο οι ανακωχές όσο και οι πόλεμοι και γενικώς τα παιδιαρίσματα που παίζουμε τώρα μεταξύ μας («τας παιδιάς ας νυν παίζομεν προς αλλήλους») λείψουν από όλους μας τόσο πολύ ώστε να ευχόμαστε στους θεούς να έχουμε αυτήν την ελευθερία και να πολεμούμε όταν θέλουμε και να παύουμε τον πόλεμο – δηλαδή να είμαστε αυτεξούσιοι να κανονίζουμε εμείς μόνοι μας τις μεταξύ μας διαφορές.» (Ιστορία Ε, 106-10)

Πολλούς αιώνες μετά η απώλεια της κοινωνικής συνοχής και της πολιτικής ελευθερίας μας επιστρέφει στην κατάσταση της παρακμιακής επαιτείας που περιγράφει ο Καβάφης στη «Δυσαρέσκεια του Σελευκίδου»:

 

ΔΥΣΑΡΕΣΤΗΘΗΚΕΝ ο Σελευκίδης  

Δημήτριος να μάθει που στην Ιταλία

έφθασεν ένας Πτολεμαίος σε τέτοιο χάλι.

Με τρεις ή τέσσαρες δούλους μονάχα˙

πτωχοντυμένος και πεζός. Έτσι μια ειρωνία

θα καταντήσουν πια, και παίγνιο μες στην Ρώμη

τα γένη των. {…}

Γι’ αυτό συγχίσθηκεν ο Σελευκίδης

Δημήτριος˙ κι αμέσως πρόσφερε στον Πτολεμαίο

ενδύματα ολοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,

βαρύτιμα διαμαντικά, πολλούς

θεράποντας και συνοδούς, τα πιο ακριβά του άλογα,

για να παρουσιασθεί στην Ρώμη καθώς πρέπει,

σαν Αλεξανδρινός Γραικός μονάρχης.

 

Αλλ’ ο Λαγίδης, που ήλθε για την επαιτεία,

ήξερε την δουλειά του και τα’ αρνήθηκε όλα˙

διόλου δεν του χρειάζονταν αυτές η πολυτέλειες.

Παληοντυμένος, ταπεινός μπήκε στην Ρώμη,

και κόνεψε σ’ ενός μικρού τεχνίτου σπίτι.

Κ’ έπειτα παρουσιάσθηκε σαν κακομοίρης

και σαν πτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο,

έτσι με πιο αποτέλεσμα να ζητιανέψει.

(1915)

Όλες οι συγκρίσεις επιτρέπονται. Οι ομοιότητες και οι διαφορές μάλλον δεν είναι τυχαίες.

Ευγενία Σαρηγιαννίδη


[1] Σημειώνουμε ότι στα κείμενα δεν διατηρήθηκε ο τονισμός της πηγής για τεχνικούς λόγους.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη», Οκτώβριος 2015, Έτος 7ο, Αρ. Φύλλου 79.

, , , ,



Προσθέσετε απάντηση