Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Μικρές (Αν)αγγελίες Επικείμενων Θανάτων
Απρ
18

«Δεν μπορώ να αντέξω άλλο την οικονομική ανέχεια. Δεν μπορώ να αντέξω άλλο την κατάσταση που έχει περιέλθει η χώρα μου. Δεν βλέπω καμιά ελπίδα. Σας αποχαιρετώ.»

Η.Φ., 78 χρονών, Συνταξιούχος Δημοσιογράφος, Αυτοπυρπολήθηκε τον Ιούνιο 2015

Η αγέρωχη και αισιόδοξη φράση του Χαρίλαου Τρικούπη, σύμφωνα με την οποία η πτωχευμένη και τότε Ελλάδα «θέλει να ζήσει και θα ζήσει», ίσως δεν θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί στις μέρες μας. «Πεθαίνω σαν Χώρα» ήταν ο προφητικός τίτλος του δοκιμίου του κ. Δημητριάδη πριν τρεις δεκαετίες. Όσο οδυνηρό κι αν είναι, ο κ. Δημητριάδης φαίνεται να βρίσκεται σήμερα πιο κοντά στην πραγματικότητα από τον Τρικούπη.

Η οικονομική κρίση απειλεί με ασφυξία όλο και περισσότερες κοινωνικές ομάδες, αλλά η ανθρωπιστική κρίση δεν ήρθε μόνη της. Η ανάπτυξη και η παραγωγική ανασυγκρότηση μοιάζουν ακόμα να είναι τα πιο σύντομα ανέκδοτα. Η πολιτισμική ισοπέδωση δύσκολα κρύβεται πίσω από τις γκλαμουριές και τα θερινά, φεστιβαλικά πανηγυράκια. Η διεθνής κατάσταση στην ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια μας θυμίζουν διαρκώς ότι ζούμε μέσα σε μια εύφλεκτη πυριτιδαποθήκη, ενώ οι πολιτικές ηγεσίες του τόπου και οι εκπρόσωποι του λαού ασχολούνται στη μεγάλη πλειοψηφία τους με την απονομή ιθαγένειας σε όλους τους μετανάστες και πρόσφυγες που επιθυμούν να την αποκτήσουν, απλώς γράφοντας το παιδί τους στην 1η δημοτικού και την ιστορία της χώρας μας στα παλαιοτέρα των υποδημάτων τους. Δίπλα σε όλα αυτά, η εγκληματικότητα με τα εκατοντάδες θύματα σε ετήσια βάση. Επίσης, οι φυλακές – κολαστήρια, όπου στοιβάζονται σε άθλιες συνθήκες οι παραβάτες του ποινικού δικαίου – και επειδή έχει δημιουργηθεί το αδιαχώρητο, αποφυλακίζονται, για να αποσυμφορηθούν έτσι τα λεγόμενα σωφρονιστικά  καταστήματα… Πιο δίπλα, το δημογραφικό πρόβλημα, αφενός με την υπογεννητικότητα του ελληνικού πληθυσμού, αφετέρου με την αναγκαστική μετανάστευση των νεαρότερης ηλικίας Ελλήνων. Επίσης, το μεταναστευτικό πρόβλημα, με καραβιές από λαθρομετανάστες και από δυστυχισμένους που πιστεύουν ότι φτάνοντας στη Δύση, γίνονται αυτομάτως κάτοχοι σεβαστών «ανθρώπινων δικαιωμάτων». Όλοι αυτοί ξεμπαρκάρουν καθημερινά στα ελληνικά νησιά, ελπίζοντας ότι θα βρεθεί αργότερα ένας τρόπος για να ταξιδέψουν στην υπόλοιπη δυτική Ευρώπη – αλλά, μέχρι τότε, «αποθηκεύονται» στην Ελλάδα – και όπως φαίνεται από την απροθυμία των άλλων ευρωπαϊκών κρατών να τους δεχτούν, μάλλον εδώ θα μείνουν οι περισσότεροι, θα ζητήσουν και  θα πάρουν μάλιστα και την ελληνική ιθαγένεια! Επιπλέον όλων αυτών και ως επιστέγασμα, ένα κάποιο «ιδεολογικό κλίμα» υποτίμησης της κοινωνικής και πολιτικής σημασίας όλων των παραπάνω. Στην βάση άλλωστε του κλίματος αυτού, όσοι ανησυχούν για τα παραπάνω δεδομένα, αντί να θεωρούνται λογικώς σκεπτόμενοι δημοκρατικοί πολίτες, κινδυνεύουν να στιγματιστούν ως ακροδεξιοί: το σκιάχτρο των πολιτικών εκφράσεων του φασισμού φαίνεται ιδιαίτερα χρήσιμο στην προσπάθεια εκλογίκευσης της κατάστασης και αποσιώπησης των κοινωνικών και πολιτικών αδιεξόδων. Διότι, η ελληνική κοινωνία μοιάζει να βιώνει όχι μόνο με καρτερικότητα, αλλά σχεδόν με απάθεια αυτόν τον εφιάλτη.

Τι είναι λοιπόν και σε τι συνίσταται αυτή η απάθεια της κοινωνίας; Δίπλα στην φαινομενική ίσως αδιαφορία πολλών πολιτών για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω τους, ακόμα και όταν αυτό που συμβαίνει απειλεί άμεσα τους ίδιους, παρατηρείται μια απάθεια που θυμίζει έντονα είτε τους κατατονικούς ψυχικά ασθενείς που δεν μπορούν να διαχειριστούν τα επώδυνα βιώματα και τις αντιφάσεις τους, είτε την γεροντική άνοια ορισμένων υπερήλικων. Παράλληλα, διαπιστώνεται από τις στατιστικές ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι, συχνά νέοι, συνεχίζουν να αυτοκτονούν με διάφορους τρόπους. Συνήθως, η αναγγελία του θανάτου τους στις εφημερίδες κλείνει με τη στερεότυπη φράση: «Ο αυτόχειρας αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή».

Και αυτά τα ψυχολογικά προβλήματα τα οποία φαίνεται να αφορούν όλο και περισσότερους ανθρώπους, τι να είναι άραγε; Τι άλλο κρύβει και εκφράζει ταυτόχρονα η απελπισία ή η κρίση πανικού, πέραν από μια ευρύτερη υπαρξιακή κρίση νοήματος των πραγμάτων; Με ποιο συναίσθημα συνδέεται η λαϊκή απόγνωση από τις διαδικασίες της φτωχοποίησης έξω από αυτό της ματαίωσης και της απορίας για την ακατανόητη κατάρρευση των αυτονόητων μέχρι σήμερα αξιών – αλλά και για την έλλειψη συμπόνιας και καλοσύνης στις ανθρώπινες σχέσεις; Τι είναι τελικά η γενικευμένη κρίση ταυτότητας; Ταυτότητας κοινωνικής, ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας εθνοτικής, ταυτότητας πολιτισμικής, ηθικής, πολιτικής … Όλα φαίνονται ασταθή, ρευστά και πιθανά σε ένα χαοτικό σύμπαν εντός του οποίου έχουν χαθεί τα όρια – και μαζί με αυτά οι δυνατότητες οριοθέτησης, οι ρόλοι, οι ίδιες τελικά οι προσδοκίες και οι ελπίδες, τα πλαίσια δηλαδή εντός των οποίων τα κοινωνικά άτομα σχεδίαζαν μέχρι πρόσφατα το μέλλον τους και αγωνιζόντουσαν με την εργασία τους ή με τους συλλογικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες τους για τη βελτίωση της ζωής τους. Οι σημερινές μορφές κοινωνικοποίησης των ατόμων στην οικογένεια, στο σχολείο, στο διαδίκτυο, στην καθημερινή ενημέρωσή τους, προάγουν μόνο τα πρότυπα της «διαφορετικότητας του καθενός» – δηλαδή της επιθυμίας του να διαφοροποιηθεί με κάθε τρόπο από τους Άλλους (τους γείτονες, τους συμπολίτες, τις προηγούμενες γενιές κλπ.). Προάγουν επίσης τις ιδεοληψίες και τις αξίες ενός αγοραίου «μετανεωτερικού» κόσμου, ασταθούς και υπερκινητικού, που μοιάζει να περιφρονεί την ιστορία του και να θεωρεί αυτομάτως αναχρονιστικές όλες τις παραδόσεις (πολιτικές, κοινωνικές ή πολιτισμικές). Ενός κόσμου μοναχικών υπάρξεων που επιθυμούν όσο τίποτα μια «κατανόηση από τους άλλους», που ελπίζουν σε κάποια ειλικρινή συντροφικότητα, σε κάποια βοήθεια που συχνά δεν έρχεται ποτέ. Ενός κόσμου γεμάτου άγχη και συναισθήματα ματαίωσης, καταποντισμένου στον άκρατο ατομισμό και στην ανταγωνιστικότητα, έστω και στο πεδίο της επίδειξης ή του lifestyle που επιτρέπει στον καθένα να φαντάζεται ότι θα διακριθεί ως άτομο, όχι για την προσφορά του στην κοινωνία, αλλά με τα πιο συγκυριακά κριτήρια της φυσικής του παρουσίας (νεότητα, ομορφιά, δύναμη κλπ.), καθώς και με τα κριτήρια της καταναλωτικής του αυτοπραγμάτωσης (τον πλούτο, την επίδειξη της όποιας, πραγματικής ή πλασματικής ευημερίας και του κοινωνικού κύρους που απορρέει από όλα αυτά).

Η αντιμετώπιση τέτοιων «μεταμοντέρνων» ψυχολογικών προβλημάτων από τους ειδικούς είναι πράγματι δύσκολη. Όχι μόνο γιατί οι ειδικοί αυτοί δεν έχουν πάντα την επιστημονική, φιλοσοφική και πολιτική παιδεία που απαιτούν για την κατανόησή τους  και την αντιμετώπισή τους οι σύγχρονες αυτές μορφές δυσφορίας του ατόμου εντός του σημερινού πολιτισμού. Όχι μόνο επειδή οι διάφοροι που παριστάνουν τους ειδικούς, με διάφορα ψευδοεπιστημονικά επιχειρήματα και πολύ αμφιλεγόμενες προσεγγίσεις, δεν κάνουν παρά να προσπαθούν να προσαρμόσουν τα άτομα που υποφέρουν στις συνθήκες ακριβώς που τους προκαλούν τόση δυσφορία. Επίσης, επειδή αντικειμενικά η αντιμετώπιση των παραπάνω συμπτωμάτων των πιο ευαίσθητων ανθρώπων που βιώνουν στο προσωπικό επίπεδο τη γενικευμένη κρίση της κοινωνίας, είναι δύσκολη, επίπονη και απαιτεί πολλές συνεδρίες με τον ψυχολόγο ή τον ψυχαναλυτή. Φαίνεται τότε πιο πρακτικό ή πιο «ρεαλιστικό» (σίγουρα και πιο οικονομικό), να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της δυσφορίας αυτών των ατόμων με ψυχοφάρμακα και όχι μέσα από συνεδρίες που υποστηρίζονται αποκλειστικά από τον λόγο, με στόχο την συνειδητοποίηση των προβλημάτων από το άτομο που υποφέρει, με τη βοήθεια του ψυχολόγου. Η συχνή αποτυχία των φαρμακευτικών τρόπων αντιμετώπισης της δυσφορίας, όπως αποτυπώνεται στην έξαρση των αντικοινωνικών και αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών, θα έπρεπε ίσως να προβληματίσει πιο σοβαρά όχι μόνο τους ειδικούς της ψυχικής υγείας και τους κοινωνικούς επιστήμονες, αλλά τον ίδιο τον πολιτικό κόσμο, ο οποίος θα πρέπει κάποτε να καταλάβει ότι η ψυχική υγεία της ελληνικής κοινωνίας είναι το πιο πολύτιμο δημόσιο αγαθό.

 

 Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη»,  Έτος 7ο,  Ιούνιος 2015, Αρ. Φύλλου 75. 

, , ,



Προσθέσετε απάντηση