Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Οι Καθ-ηγήτορες της σύγχρονης αμάθειας
Ιουλ
14

Με την λήξη ενός ακόμα σχολικού έτους και την ημέρα που ολοκληρώθηκαν οι Πανελλήνιες εξετάσεις, έφτασε με το ταχυδρομείο η Ποντιακή Γνώμη του Απριλίου 2016, όπου μεταξύ άλλων διαβάσαμε το 2ο  μέρος της συνέντευξης της κ. Αρβελέρ και ειδικότερα την ερώτηση που της απηύθυνε ο δημοσιογράφος σχετικά με κάποια από τα ζητήματα που θίγει η Natacha Polony στο βιβλίο της «Τα χαμένα παιδιά μας». Πιο συγκεκριμένα, ο δημοσιογράφος ζήτησε την άποψη της κ. Αρβελέρ για τα παιδιά που μπορεί να έχουν πτυχία, να μιλάνε γλώσσες, αλλά να μην ξέρουν ιστορία και άλλα βασικά πράγματα, όντας «μορφωμένοι βάρβαροι». Διαβάζοντας τις απαντήσεις διαπιστώνει κανείς εύκολα τις αντιφάσεις της κ. Αρβελέρ  σχετικά με τις έννοιες της προόδου, της εξέλιξης και της σημασίας οι νέοι να μετέχουν μιας βαθύτερης παιδείας. Επιμένοντας στην ερώτηση θα παρατηρούσαμε τα εξής:

Το σχολείο, ιδιαίτερα το δημόσιο, μοιάζει σήμερα να χάνει τον παραδοσιακό θεσμικό του ρόλο αναφορικά με την καλλιέργεια της Παιδείας και την απόκτηση της γνώσης και να μετατρέπεται σε φορέα διάκρισης και κοινωνικής αναρρίχησης, προάγοντας εν τέλει μια χρησιμοθηρική θεώρηση της μάθησης και της γνώσης. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να υποστηρίξει πως στην Ελλάδα το σχολείο, από την ίδρυση του σύγχρονου νεοελληνικού κράτους έως σήμερα, συμβόλιζε το «κοινωνικό ασανσέρ» της νεοελληνικής κοινωνίας. Όμως, η προσέγγιση της γνώσης μέσα από ένα χρησιμοθηρικό πλαίσιο δεν απέκλειε το ίδιο το γεγονός της καλλιέργειας και ως εκ τούτου, της ύπαρξης μιας βαθύτερης μόρφωσης που, εκτός από βαθμούς και τίτλους σπουδών, αντανακλούσε και κάποια μορφωτικά και πολιτισμικά περιεχόμενα, τα οποία απέδιδαν στα μεν άτομα τις χρήσιμες και απαραίτητες γνώσεις, στη δε κοινωνία την ιστορική της συνέχεια και την πολιτισμική της συνοχή. Επρόκειτο, με άλλα λόγια, για περιεχόμενα τα οποία έδιναν έμφαση όχι μόνο στις διαφοροποιήσεις, αλλά και στις ομοιότητες μεταξύ των ατόμων κάθε συγκροτημένης πολιτικής κοινωνίας.

Σήμερα, η ισότητα των ευκαιριών ως προς την πρόσβαση στην εκπαίδευση συγχέεται με την ισότητα των αποτελεσμάτων και την εμμονική προσήλωση στις επιδόσεις, την ίδια στιγμή που το εκπαιδευτικό έργο απεκδύεται το εσωτερικό περιεχόμενό του, μετατρέποντας την μάθηση και την εκπαιδευτική διαδικασία σε είδωλο στον καθρέπτη, δηλαδή σε μια αντανάκλαση χωρίς περιεχόμενο, σε ένα απείκασμα μαθήματος. Έτσι, το σχολείο μοιάζει να μεταβάλλεται σε κέντρο δημιουργικής απασχόλησης παιδιών και εφήβων, υποβαθμίζοντας το ρόλο του με προσχηματικό επιχείρημα τον εκδημοκρατισμό και την ισότητα, ενώ παράλληλα εντατικοποιούνται οι ρυθμοί της διδασκαλίας και αυξάνεται η ποσότητα της διδακτέας ύλης. Επί της ουσίας, η λειτουργία του περιορίζεται στην κατοχή των ελάχιστων γνώσεων που απαιτούνται για την προσαρμογή στην σύγχρονη κοινωνία και συγχρόνως,  επιτυγχάνει τον εξοβελισμό της πραγματικά υψηλής κουλτούρας και της εις βάθος γνώσης που τείνουν να θεωρούνται από τους απόφοιτους της μαζικής σχολικής βιομηχανίας παραγωγής ημιμαθών, δεινοσαυρικά απολιθώματα που δεν ταιριάζουν καθόλου με την ελαφρότητα και την επιφάνεια μιας μεταμοντέρνας παιδείας. Φτάνουμε έτσι, με την μαζική είσοδο στο πανεπιστήμιο, σε μια φαινομενική εξίσωση των ευκαιριών, η οποία συνήθως επιτυγχάνεται με την ισοπέδωση των διαδικασιών της εκπαίδευσης και των κριτηρίων της αξιολόγησης των επιδόσεων των εκπαιδευόμενων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του παραγκωνισμού των προϋποθέσεων για την καλλιέργεια της κλασσικής παιδείας, στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης δημοκρατικής ευαισθησίας και με στόχο τη δήθεν διευκόλυνση των μαθητών, αποτελεί η πρόταση κάποιων πανεπιστημιακών να καταργηθούν τα αρχαία ελληνικά από το γυμνάσιο. Κάποια από τα επιχειρήματά τους είναι τα ακόλουθα:

«α){Η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών} πλήττει ακόμη περισσότερο τους πολλούς αλλόγλωσσους μαθητές που φοιτούν στο ελληνικό σχολείο και δεν έχουν γλωσσικό αίσθημα όσον αφορά τη νεοελληνική, αλλά και μαθητές που προέρχονται από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα.» (υπονοείται ότι Έλληνες φτωχών λαϊκών στρωμάτων και παιδιά μεταναστών βρίσκονται, σύμφωνα με τους εν λόγω πανεπιστημιακούς, στο ίδιο «ταξικό – πολιτισμικό μετερίζι» …) 

«β) Οι διδάσκοντες και οι μαθητές στη μεγάλη τους πλειονότητα δείχνουν απαρέσκεια για το μάθημα και δεν κατανοούν γιατί το διδάσκουν/ διδάσκονται.» (Με αυτήν την λογική και το ίδιο το σχολείο θα έπρεπε να καταργηθεί, αφού οι μαθητές και οι διδάσκοντες δείχνουν συχνά απαρέσκεια γι’ αυτό.)

«γ) Οι μαθητές του Γυμνασίου μετά από τρία χρόνια διδασκαλίας δεν κατορθώνουν να μεταφράσουν ένα απλό αδίδακτο αρχαίο κείμενο, αλλά ούτε και εντρυφούν στο νόημα όσων πρωτότυπων κειμένων διδάσκονται.» (Αυτό το «σοβαρό» επιχείρημα δεν υποδηλώνει, κατά πως φαίνεται την αναγκαία βελτίωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, αλλά για τους υπογράφοντες ακαδημαϊκούς, θα έπρεπε να οδηγεί στην κατάργησή του μαθήματος.)

Αναρωτιέται κανείς διαβάζοντας την παραπάνω ανόητη επιχειρηματολογία αν για τους ίδιους πάνω κάτω λόγους δεν θα έπρεπε να καταργηθεί η ιστορία, τα μαθηματικά, η άλγεβρα,  (αφού η μαθηματική γλώσσα για πολλούς μαθητές είναι ακόμα πιο δύσκολη στην κατανόησή της από την αρχαία ελληνική), η φυσική, ή η χημεία. Ίσως ακόμα θα έπρεπε να καταργηθεί η διδασκαλία της «επιστήμης» από τα πανεπιστήμια που διδάσκουν οι υπογράφοντες πανεπιστημιακοί για να διευκολυνθούν οι αδύναμοι σπουδαστές ή ακόμα να καταργηθεί η διδασκαλία και η χρήση της νεοελληνικής γλώσσας και να συνεννοούμαστε με κραυγές και νοήματα, ώστε να διευκολυνθούν οι αλλόγλωσσοι μαθητές. Το αξιοσημείωτο παράδοξο όλων αυτών που, όπως υποτίθεται, ευαγγελίζονται τον εκδημοκρατισμό του σχολείου εξισώνοντας, όπως είπαμε, τα διάφορα επίπεδα προς τα κάτω, είναι ότι «εν ονόματι ακριβώς του ανοίγματος στον άλλο και της ανεκτικότητας, απαγορεύσαμε στο σχολείο να γίνει όχημα μιας κληρονομιάς, η οποία αντιθέτως μας εισάγει στις παγκόσμιες αξίες» (Polony, 2007 σ.σ. 107-108)[1]. Συγχρόνως, προάγουν μέσω των αλλαγών στην εκπαίδευση τη δημιουργία ενός μοντέλου νέων ανθρώπων που «αδυνατούν να βρουν τη θέση τους, να αντιληφθούν τον εαυτό τους μέσα στη διαδοχή των γενεών. Είναι ταυτόχρονα πρώτοι και τελευταίοι. Πριν από αυτούς, σκοτάδι. Μετά από αυτούς, το χάος.» (Polony, 2007 σ. 109)[2] Σε ένα τέτοιο σχολείο οι μαθητές μοιάζουν περισσότερο με τουρίστες της πληροφορίας. Δεν οικοδομούν την αυτογνωσία, αλλά ούτε την κοινωνιογνωσία που θα τους επέτρεπε να κατανοήσουν ποιοι είναι  και που ζουν , από πού προέρχονται και που πηγαίνουν. Τα μεταμοντέρνα αυτά παράγωγα του σχολικού συστήματος που ειδικεύεται στην εκμάθηση του δικαιώματος να έχει κανείς γνώμη, χωρίς τη διδασκαλία της μεθόδου για την οικοδόμηση ενός έγκυρου περιεχομένου της γνώμης αυτής, επιχειρούν να ισορροπήσουν κοινωνικά και ψυχικά μέσα από νοηματικές ακροβασίες και κούφιες λεκτικές ταχυδακτυλουργίες, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς να είναι δεμένοι με τον βιωμένο χρόνο, την ιστορική διάρκεια και το χώρο.

Κλείνοντας, θα θέλαμε να σημειώσουμε πως ότι και να γίνει με τα αρχαία ελληνικά στο άμεσο μέλλον, τέτοιου τύπου πρωτοβουλίες, όπως αυτή των πανεπιστημιακών που εισηγούνται την κατάργηση του εν λόγω μαθήματος, έχουν εν μέρει πετύχει, ανεξάρτητα από το άμεσο αποτέλεσμα, απλώς δια της μεθόδου της εξοικείωσης των ανθρώπων με την εξαχρείωση των εκπαιδευτικών πρακτικών και περιεχομένων.

Μένουν βέβαια δυο ανοιχτά ερωτήματα:

1.Πως και με ποιες διαδικασίες τέτοια άτομα σαν τους υπογράφοντες αυτό το κείμενο απέκτησαν ακαδημαϊκούς τίτλους σπουδών και πως βρίσκονται στα πανεπιστήμια; Διότι αν τα άτομα που συντάσσουν τέτοιου τύπου «εκπαιδευτικές προτάσεις» δεν είχαν αποκτήσει ακαδημαϊκό κύρος, όσα εισηγούνται δεν θα είχαν δει καν το φως της δημοσιότητας και ούτε θα απασχολούσαν κανέναν.

2. Είναι άραγε το σχολείο ένας πολιτικά και πολιτισμικά ουδέτερος θεσμός ή εξυπηρετεί τις ιδεολογικές προτεραιότητες ενός μεταεθνικού καθεστώτος; Πράγματι, το σχολείο μοιάζει σήμερα να είναι από «ιδεολογικής άποψης» ένας χώρος λυσσαλέου προσηλυτισμού των μαθητών στις αξίες μιας κοσμοπολίτικης και πολυπολιτισμικής κοσμικής θρησκείας, η οποία προάγει μόνο τα νομικά δικαιώματα των ατόμων και στιγματίζει ως αναχρονιστικά όλα τα συλλογικώς και ιστορικώς κεκτημένα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των ομάδων, ιδιαίτερα δε των εθνοτικών ομάδων, όπου ζουν αυτά ακριβώς τα άτομα. Από αυτήν την άποψη, η προτεινόμενη αντικατάσταση του μαθήματος των θρησκευτικών από κάποια θρησκειολογία δεν είναι ούτε ορθολογικά, ούτε πολιτισμικά ουδέτερη. Αποτελεί μια θρησκευτική ενέργεια που εξυπηρετεί ακριβώς την παραπάνω μεταμοντέρνα πολιτική θρησκεία. (Παπαμιχαήλ, Γ. 2005)[3]

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη», Μάιος 2016, Έτος 8ο, Αρ. Φύλλου 86.



[1] Polony, N. (2007). Τα χαμένα παιδιά μας, εκδ. Πόλις: Αθήνα

[2] Στο ίδιο

[3] Παπαμιχαήλ, Γ. (2005). Αυτοκρατορία και Συνειδήσεις, εκδόσεις Gutenberg: Αθήνα

, , ,



Προσθέσετε απάντηση