Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Ο «πολιτικά ορθός» μύθος περί του «μύθου» της αυξημένης εγκληματικότητας των μεταναστών
Ιαν
16

Η άγρια δολοφονία του συγγραφέα κ. Κουμανταρέα στην Κυψέλη πριν από λίγες μέρες, σε συνάρτηση με διάφορα άλλα περιστατικά βίας που έχουν λάβει χώρα (όπως η τραγική περίπτωση της γνωστής Μυρτούς, του πολίτη που σφαγιάστηκε για μια κάμερα την μέρα που η γυναίκα του γεννούσε το παιδί του και πολλά άλλα, που άλλοτε τα μαθαίνουμε, άλλοτε όχι και συμβαίνουν εντός ή εκτός ελληνικών συνόρων), θέτουν διαρκώς επί τάπητος το ερώτημα αν αυτές οι «εξελίξεις» στο πεδίο της λειτουργίας των κοινωνιών αποτελούν ή όχι ένα ιστορικά αναπότρεπτο φαινόμενο. Διότι τα συμβάντα αυτά φαίνεται να «συγκλονίζουν» τους πάντες, χωρίς να θορυβούν κανέναν.

 Στη μελέτη του «η εποχή του κενού» (εκδ. Νησίδες) ο κοινωνιολόγος Ζιλ Λιποβέτσκι περιγράφει τις κοινωνικές και πολιτισμικές, μεταβατικές καταστάσεις που γνώρισε η Γαλλική κοινωνία κατά τις δεκαετίες 1970-1980 – των «απαρχών» δηλαδή των «μεταμοντέρνων» εξελίξεων που χαρακτήρισαν τη διάλυση όλων των παραδοσιακών κοινωνικών ιστών της σύγχρονης Γαλλίας. Μεταξύ άλλων ο Γάλλος κοινωνιολόγος, του οποίου οι απόψεις δεν υποδηλώνουν μια οποιαδήποτε «συμπάθεια προς την δεξιά», αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ μεταναστευτικών ροών, γκετοποίησης, νεοφιλελεύθερης καλλιέργειας του ευδαιμονισμού και του καταναλωτισμού και της εγκληματικότητας (σελ. 174-175 της ελληνικής μετάφρασης του βιβλίου). Ήδη τότε η ψευδο – «αντιρατσιστική» και ψευδο – προοδευτική προπαγάνδα είχε επιβάλλει την «πολιτική ορθότητα», καταγγέλλοντας συστηματικά τους «μύθους της αυξημένης εγκληματικότητας των ξένων» ως απλές ενδείξεις του γαλλικού μικροαστικού «ρατσισμού». Αντικρούοντας αυτές τις «πολυπολιτισμικές» εκδηλώσεις της νέο-αστικής και νέο – αποικιακής «πολιτικής ορθότητας», ο Λιποβέτσκι σημείωνε: «η τάξη πραγμάτων της κατανάλωσης κονιορτοποιεί πολύ πιο ριζικά τις παραδοσιακές δομές και προσωπικότητες από όσο η αποικιακή ρατσιστική τάξη πραγμάτων- η ηδονιστική κοινωνία παράγει άθελά της ένα εκρηκτικό μείγμα, μπλεγμένη καθώς είναι σε ένα σύμπαν τιμής και εκδίκησης που άγεται και φέρεται. Η βία των νέων που είναι αποκλεισμένοι λόγω χρώματος ή κουλτούρας είναι ένα patchwork (μια «κουρελού») ενός συστήματος που βασίζεται σε ατομικιστικές επιθυμίες, αφθονία, ανεκτικότητα – αρχές που συγκρούονται με μια καθημερινή πραγματικότητα, γκέτο, ανεργίας, απραξίας, εχθρικής ή ρατσιστικής αδιαφορίας… Η βία είναι ολοένα και περισσότερο προνόμιο των περιφερειακών ομάδων, γίνεται γεγονός των μειονοτήτων. Έτσι, δεν πρέπει να βλέπουμε σε αυτήν την έγχρωμη βία ούτε μια αρχαϊκή habitus (μια πολιτισμική συνήθεια «υπανάπτυκτων μεταναστών» ), ούτε μια μορφή εξέγερσης: είναι το αποκορύφωμα της μεταμοντέρνας αποσύνθεσης, η απο-κοινωνισμένη και κυνική εξώθηση στα άκρα που συνδέεται με την διάλυση των βασικών αρχών, πλαισιώσεων και αυτό-ελέγχων. Είναι η hard εκδήλωση της cool τάξης πραγμάτων… Ενώ το 1975 αντιπροσώπευαν μόνο το 8% του γαλλικού πληθυσμού, οι ξένοι ήταν υπεύθυνοι για το 26% των βίαιων κλοπών, το 23% των χτυπημάτων και τραυματισμών, το 20% των ανθρωποκτονιών, το 27% των βιασμών και το 26% των καταδικών για οπλοφορία. Το 1980, στη Μασσαλία, το 32% των χτυπημάτων και τραυματισμών και το 50% των βίαιων κλοπών διαπράχθηκαν από ξένους νεαρούς. Αν επισημάνουμε ότι οι νέοι που γεννήθηκαν από οικογένειες μεταναστών, αλλά έχουν την γαλλική ιθαγένεια δεν περιλαμβάνονται στους αριθμούς αυτούς, αφού προφανώς υπολογίζονται στην γαλλική εγκληματική στατιστική, μπορούμε να φανταστούμε την πολύ ισχυρή αντιπροσώπευση όλων μαζί, μεταναστών και παιδιών μεταναστών, στις πράξεις βίας, ποσοστό που δεν εξηγείται μόνον από μια αστυνομία ή μια δικαιοσύνη που υποπτεύονται, συλλαμβάνουν, καταδικάζουν πιο συχνά τους «ξένους» παρά τους «αυτόχθονες»».

Μήπως λοιπόν η παραπάνω προσέγγιση θα ερμήνευε πολύ καλύτερα από τα συνήθη «πολυπολιτισμικά» στερεότυπα, τις εκρηκτικές καταστάσεις που γνώρισαν πριν από κάποια χρόνια τα γκέτο των γαλλικών μεγαλουπόλεων; Και πως αλλιώς θα μπορούσε να ονομάσει κανείς μια τέτοια κατάσταση, που στην Ελλάδα, η οποία λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της παράλυσης του κρατικού μηχανισμού, καθώς συγχρόνως και του ψυχοπολιτικού μουδιάσματος της σαστισμένης κοινωνίας, έχει καταντήσει ένας χώρος αποθήκευσης των απελπισμένων και εξαθλιωμένων μεταναστών (με τη βοήθεια συνθηκών όπως το Δουβλίνο 2), παρά εμφάνιση ενός μοριακού και γενικευμένου «εμφύλιου πολέμου»; Με την απαξίωση του γαλλικού ιδεώδους της «αδελφότητας» (ύποπτου πλέον για την καλλιέργεια «εθνικιστικών ιδεολογιών» και «ολοκληρωτικών κοινοτισμών»), η «αμερικανικού τύπου» καθημερινή βία αναπτύσσεται γοργά στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Όλα αυτά συμβαίνουν στο όνομα της «ανεκτικότητας στη διαφορά» και της «παγκοσμιοποιητικής» διάλυσης των εθνικών, αστικών κοινωνιών σε επιμέρους κοινότητες, μειονότητες και ατομικότητες, που διεκδικούν όπως μπορούν  τα δικαιώματά τους στην κατανάλωση και στην ευημερία – δηλαδή λειτουργούν πρακτικά με την μέθοδο της «λαϊκής αρπαχτής» και στη βάση της αρχής «όλοι εναντίον όλων»…

 Σε τέτοιες συνθήκες αφενός υπονομεύεται ακόμα και η πολιτική ακεραιότητα της χώρας, καθώς όμως και η καθημερινή ασφάλεια των πολιτών της, αφού αισθάνονται απειλούμενοι στο ίδιο τους το σπίτι – πατρίδα. Ταυτόχρονα, υποθάλπονται και ακροδεξιές και ρατσιστικές αντιδράσεις όχι κατά της μετανάστευσης ως φαινομένου και των συνεπειών της, αλλά κατά των ίδιων των μεταναστών ως προσώπων. Στην περίπτωση αυτή, όχι μόνο το πρόβλημα δεν λύνεται, αλλά ενισχύεται δίνοντας τροφή στην ψευτοφιλάνθρωπη πολυπολιτισμική ρητορεία να ενοχοποιεί και να δαιμονοποιεί τους «αυτόχθονες» για κάθε προσπάθεια να προστατέψουν τα πολιτικώς και πολιτισμικώς μέχρι σήμερα «αυτονόητα πράγματα» που συγκροτούσαν την πεμπτουσία του κοινωνικού ιστού.

Γιατί λοιπόν η έννοια της ανθρωπιστικής κρίσης των κοινωνιών που υφίστανται στρατιωτικές παρεμβάσεις και εμφύλιους πολέμους από τις οποίες προέρχονται συχνά οι «παράτυποι μετανάστες», όπως είναι πολιτικώς ορθό να αποκαλούνται οι άνθρωποι αυτοί, δεν θα μπορούσε να επεκταθεί στις ευρωπαϊκές κοινωνίες υποδοχής τους, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ιταλία ή η Ισπανία; Άραγε, στις χώρες αυτές δεν υπάρχει λόγω ακριβώς των φαινομένων της μετανάστευσης, αλλά και της γενικότερης οικονομικής κρίσης κάτι που θυμίζει έντονα υπό άλλους όρους ανθρωπιστική κρίση;

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

 Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη», Δεκέμβριος 2014, Έτος 6ο, Αρ. Φύλλου 69.

, , ,



Προσθέσετε απάντηση