Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Ο «Σάπιος» και η «Αποσύνθεση» ή Από τις συλλογικές φαντασιώσεις αθανασίας της ελληνικής κοινωνίας στην απώλεια του στοιχειώδους αισθήματος αυτοσυντήρησης
Ιουν
17

-          Πως πάει ρε φίλε; Τι έκανες χτες;

-          Άστα, σάπισα όλη μέρα. Μέσα από το πρωί. Με το ζόρι βγήκα για ένα καφεδάκι, ήμουνα χώμα φίλε! Εσύ;

-          Κι εγώ πολύ σαπίλα τον τελευταίο καιρό! Μαζί με τη Γεωργία λιώνουμε. Ε, αυτή ψιλοδουλεύει λίγο, αλλά όταν γυρνάει μιλάμε για πολύ λιώσιμο! 

 

(Διάλογος μεταξύ δυο νέων στο μετρό της Αθήνας, 09/04/2016).

Οι συλλογικές φαντασιώσεις της ελληνικής κοινωνίας περί της αθανασίας της μοιάζουν όλο και λιγότερο να επιβεβαιώνονται από την ιστορική σημερινή  πραγματικότητα. Οι απειλές που δέχεται σε όλο και περισσότερους άξονες της επιβίωσής της, όπως τα οικονομικά μέτρα σύνθλιψης και εξαθλίωσης του ελληνικού λαού, το μεταναστευτικό – προσφυγικό και τα λοιπά στοιχεία της κρίσης που ο καθένας βιώνει καθημερινά και μπορούν να εκληφθούν ως διαδικασίες «εξόντωσης» της, φαίνεται να μην εγείρουν παρά ελάχιστες αντιδράσεις από την πλευρά της ελληνικής κοινωνίας,  που μοιάζει σαστισμένη, μπερδεμένη και κυρίως λίγο έως πολύ αδιάφορη για το παρόν και το μέλλον της. Οι συλλογικές εικόνες μακράς ιστορικής συνέχειας που εκπληρώνονταν έως σήμερα δημογραφικά και ιστορικά μέσω της πολιτισμικής συνέχειας (της γλώσσας, των ηθών, των εθίμων, της παράδοσης, των αισθητικών κριτηρίων), αλλά και των αγώνων για διατήρηση του ζωτικού πολιτικού της χώρου και των προσπαθειών για διαφύλαξη των κεκτημένων της, μοιάζουν να έχουν αμβλυνθεί στο έπακρο.

Θα έλεγε κανείς ότι σε αυτήν την ιστορική περίοδο η ελληνική κοινωνία έχει χάσει το αίσθημα της αυτοσυντήρησής της, εκλογικεύοντας πολλές στάσεις «συμβολικής αυτοκτονίας» με πολλά, «πολιτικώς ορθά» ιδεολογήματα (όπως εκείνο των ατομικών δήθεν ανθρωπίνων, δήθεν δικαιωμάτων). Η κοινή γνώμη, που καλείται συστηματικά να δείξει τον «ανθρωπισμό» της, ακόμα και σε βάρος του εαυτού της και του μέλλοντός της, βλέπει λόγου χάρη τους λαθρομετανάστες να συρρέουν στην χώρα, που από «διάδρομος προς το Βορρά» κατάντησε «αποθήκη» και να ελέγχουν τα χαρτιά των Ελλήνων φορτηγατζήδων ή να καταλαμβάνουν λιμάνια, να εμπλέκονται σε τραμπουκισμούς, ακόμα και να απειλούν να πετάξουν ένα μωρό στο κεφάλι ενός λιμενικού. (Ο εν λόγω μετανάστης –πατέρας του μωρού δεν φαίνεται να συμμερίζεται και να συγκινείται ιδιαίτερα από το γνωστό σλόγκαν της προπαγάνδας για την παράλυση των αμυντικών, πολιτικών αντανακλαστικών της σαστισμένης ελληνικής κοινωνίας σύμφωνα με το οποίο «μεταξύ των λαθραίων, υπάρχουν και παιδιά»…).

Στα πλαίσια της αποδιοργάνωσης των στοιχειωδών αντανακλαστικών συλλογικής αυτοσυντήρησης της ελληνικής κοινωνίας στις καθημερινές πραγματικότητες, όπως τις ζουν τα άτομα, φαίνεται ότι η συλλογική «φαντασίωση αθανασίας» (Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει! κλπ.), εξατομικευόμενη, αντικαθίσταται από μια ατομική φαντασίωση αθανασίας, η οποία περιορίζει την αυτοεκπλήρωση της στον βιολογικό χρονικό ορίζοντα της ατομικής ύπαρξης (η συνείδηση του ότι «τα σημαντικά πράγματα διαρκούν όσο εγώ»). Μια τέτοια παράσταση παραπέμπει σε εικόνες αέναης νεότητας, οι οποίες καλλιεργούνται  ιδεολογικά, διαφημιστικά και εμπορικά. Η εν λόγω παράσταση συνοδεύεται από το φαινομενικά αντίθετό της: από ατομικούς φόβους θανάτου, από νοσοφοβίες, από αδράνεια στην καθημερινότητα, από παθητικοποίηση και από συναισθηματική απευαισθητοποίηση. Όπως λέει ο Elias, «ο τρόπος με τον οποίο πεθαίνει κανείς τελικά δεν εξαρτάται από το εάν και κατά πόσο έχει ένας άνθρωπος τη δυνατότητα να θέτει στόχους στη ζωή του και να τους πετυχαίνει, να έχει καθήκοντα και να τα εκπληρώνει. Εξαρτάται από το αν και κατά πόσο αυτός που πεθαίνει έχει το συναίσθημα ότι η ζωή του υπήρξε πεπληρωμένη και μεστή νοήματος ή, αντίθετα, και κενή και δίχως νόημα.»[1]

Πολλές λέξεις και εκφράσεις του καθημερινού λεξιλογίου των νέων ανθρώπων, οι οποίοι παρότι βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία, βιώνουν την αεργία και τον παραγωγικό τους παρασιτισμό με τρόπο ταυτόχρονα επώδυνο και αυτάρεσκο, είναι ενδεικτικές μιας πορείας προς το συμβολικό θάνατο της σκέψης και της δράσης της ευρύτερης συλλογικότητας εντός της οποίας εντάσσονται αυτά τα άτομα. Από τις «cool» καταστάσεις που χαρακτηρίζουν ένα συναισθηματικό πάγωμα, έως το «σάπισμα», το «λιώσιμο», το «ψόφια τα πράγματα» και το «τελευταία είμαι χώμα», παραπέμπει μεταφορικά σε εικόνες αποσύνθεσης στον τάφο.

Θα μπορούσαμε άραγε να προσεγγίσουμε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα «νέκρας», αδιαφορίας, αδράνειας, παραίτησης και παθητικότητας, δηλαδή την συμβολική απονέκρωση μιας συλλογικότητας σε επίπεδο σκέψης, νοοτροπίας, θυμικού και τρόπου ζωής  παραλληλίζοντας την με εκείνη της πορείας προς το θάνατο του μοναχικού σύγχρονου δυτικού ανθρώπου; Στην περίπτωση λοιπόν του βιολογικού θανάτου (ιδίως αν αυτός δεν έρχεται αιφνίδια), παρατηρείται η τάση για απομόνωση, η έκπτωση των λειτουργιών, ένα διάχυτο καταθλιπτικό συναίσθημα, η έλλειψη διάθεσης δημιουργίας, η αδιαφορία για το μέλλον και ένα αίσθημα μοναξιάς.  Ιδιαίτερα, το στοιχείο αυτό της αφόρητης μοναξιάς, δηλαδή ότι «κανείς τις τελευταίες ώρες του είναι μόνος», αποτελεί μια εξέλιξη της ιδέας ότι και στη ζωή είναι κανείς μόνος. Και από την οπτική αυτή, «η εικόνα για τον ίδιο τον θάνατο είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με την εικόνα του εαυτού, της ίδιας της ζωής και ταυτόχρονα και του τρόπου αυτής της ζωής»[2]. Μια παράσταση αποξένωσης από κάθε τι οικείο, από κάθε εν δυνάμει Άλλο (άτομο ή συλλογικότητα), που μπορεί να πάρει και διαστάσεις αδιαφορίας για τη ζωή ή ακόμα σε ακραίες περιπτώσεις και αυτοκαταστροφής.

Ευγενία Σαρηγιαννίδη


[1] Elias, N. (1991). «Για τη Μοναξιά των Θνησκόντων», Λεβιάθαν, τεύχος 9, σ.σ. 9-47

[2] Στο ίδιο

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη», Μάρτιος 2016, Έτος 7ο, Αρ. Φύλλου 84.

 

, , ,



Προσθέσετε απάντηση