Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Παρατηρήσεις σχετικά με τη δολοφονία ενός δεκατετράχρονου από τον συνομήλικό του
Ιουλ
20

Η ανθρωποκτονία του 14χρονου από συνομήλικό του, που σημειώθηκε πρόσφατα στη Γέφυρα Θεσσαλονίκης αποτελεί ένα συγκλονιστικό έγκλημα, πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα. Το νεαρό της ηλικίας του δράστη και του θύματος, αλλά και η έντονη βιαιότητα με την οποία τελέστηκε η ανθρωποκτονία, ανησύχησε και προβλημάτισε τον γενικό πληθυσμό και ιδιαίτερα τους γονείς.

Πώς όμως έφτασε ένα 14χρονο αγόρι να σκοτώσει τον συμμαθητή του μαχαιρώνοντας τον στο λαιμό; Θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε μερικούς παράγοντες οι οποίοι ενδεχομένως να επηρέασαν την εξέλιξη των γεγονότων, ώστε να υπάρξει  η τραγική αυτή κατάληξη.

Το βασικό υπερασπιστικό επιχείρημα του δράστη είναι ότι ο ίδιος υφίστατο ηθική παρενόχληση (bullying) από το θύμα και από άλλους συμμαθητές του κατά τα δύο τελευταία χρόνια και μέσα σε ένα ξέσπασμα συσσωρευμένου θυμού, τέλεσε το έγκλημα. Πολύς λόγος έχει γίνει περί bullying, με τον όρο να χρησιμοποιείται κάποιες φορές με ακρίβεια και κάποιες άλλες καταχρηστικά, για να περιγράψει καταστάσεις οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, ακόμα και αν πράγματι ο δράστης βίωνε bullying, αυτό ασφαλώς και δε θα δικαιολογούσε μια φονική ενέργεια, παρότι ενδεχομένως θα μπορούσε να αποτελεί μια ερμηνεία της πράξης αυτής. Όπως είναι άλλωστε γνωστό, τα θύματα bullying συχνά αντιδρούν φοβισμένα, «κλείνονται» στον εαυτό τους και προσπαθούν να αποφύγουν την επαφή με εκείνον που ασκεί τον εκφοβισμό. Συμπεριφορά η οποία ωστόσο έρχεται σε αντίθεση με τη στάση του εν λόγω δράστη. Είναι εξαιρετικά σημαντικό το συγκεκριμένο έγκλημα να διαχωριστεί από το φαινόμενο του bullying, καθώς πρόκειται για μια τελείως διαφορετική πράξη. Μπορεί όμως να αποτελέσει αφορμή για την προβολή της σωστής αντίδρασης του θύματος bullying, τη γνωστοποίηση δηλαδή του εκφοβισμού που δέχεται και την αναζήτηση υποστήριξης από πρόσωπο εμπιστοσύνης (γονέα, δάσκαλο κλπ.).

Επιστρέφοντας στο πρόσφατο συμβάν της δολοφονίας ενός δεκατετράχρονου από τον συμμαθητή του, διαπιστώνουμε μερικές ενδείξεις που προϋπήρχαν και που θα έπρεπε να αποτελέσουν τουλάχιστον πηγή προβληματισμού. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων του χωριού, ο ανήλικος έσφαζε κουνέλια και σκυλιά. Του επιτρεπόταν, δηλαδή, να έχει πρόσβαση σε μαχαίρια και να αναπτύξει την απαιτούμενη τεχνική για τη θανάτωση ζώων. Επιπλέον, όπως αναφέρεται, η πρακτική αυτή συνδεόταν από συγγενή του δράστη με την επίδειξη ανδρισμού!

Δύο ζητήματα αναδεικνύονται στο σημείο αυτό: το πρώτο είναι η διαστρέβλωση της έννοιας του ανδρισμού, η οποία συχνά συγχέει τη δύναμη με τη βία. Δεν είναι καθόλου σπάνιο δυστυχώς, να ενθαρρύνεται η άσκηση βίας ως απαραίτητο στοιχείο για τη μετάβαση από την εφηβεία στον «ανδρισμό». Το δεύτερο ζήτημα είναι η επιθετικότητα, η σοβαρότητα της οποίας πολλές φορές υποτιμάται και αποδίδεται στις ιδιαιτερότητες της εφηβικής ηλικίας. Παρατηρώντας τις επιθετικές συμπεριφορές, διακρίνουμε εκείνες που ξεπερνούν τα όρια (όπως για παράδειγμα η διαστροφική σφαγή ζώων ή ο βασανισμός τους), όχι βέβαια για λόγους σχετιζόμενους με τη διατροφή, αλλά για λόγους «διασκέδασης». Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ακραίες συμπεριφορές δε μπορούν να εκλογικεύονται μέσα σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο θυμών και εκρήξεων που δήθεν συνδέονται με τη μεταβατική περίοδο της εφηβείας. Είναι θεμελιώδες για την πρόληψη της εγκληματικότητας να μπορούμε να αναγνωρίζουμε, να αξιολογούμε και να περιορίζουμε τις ακραίες επιθετικές συμπεριφορές, προτού αυτές εξελιχθούν σε πράξεις μεγαλύτερης σοβαρότητας. Προφανώς, το έργο της πρόληψης της νεανικής και παιδικής εγκληματικότητας δεν ανήκει ούτε καταρχάς, ούτε κατά μείζονα λόγω αποκλειστικά  στους ειδικούς ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς κλπ., αλλά στο σύνολο του κοινωνικού περιβάλλοντος που είναι επιφορτισμένο με τη διαπαιδαγώγηση και τον έλεγχο της συμπεριφοράς των νέων ανθρώπων.

Πιο συγκεκριμένα, στο εν λόγω έγκλημα διαπιστώνουμε τη μειωμένη λειτουργία του κοινωνικού ελέγχου και την παρατεταμένη ανοχή ή αδιαφορία που φαίνεται να είχε επιδείξει το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του δράστη σε προηγούμενες ακραίες συμπεριφορές του. Παλαιότερα, όταν ένας ανήλικος εκδήλωνε ιδιαίτερα επιθετική συμπεριφορά σε μια κλειστή κοινωνία, το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και το ευρύτερο (λόγου χάρη οι γείτονες), ασκούσε κοινωνικό έλεγχο προκειμένου να την περιορίσει. Στην παρούσα κατάσταση, οι κάτοικοι του χωριού επισημαίνουν, εκ των υστέρων, τα ανησυχητικά παραδείγματα συμπεριφοράς του δράστη, όμως δε φάνηκε να υπήρξε καμιά απόπειρα παρέμβασης για τον χειρισμό των συμπεριφορών αυτών.

Συμπερασματικά, το έγκλημα αυτό που είχε ως αποτέλεσμα τον χαμό ενός εφήβου με τόσο φρικτό τρόπο, αφύπνισε από τον λήθαργό της την ελληνική κοινωνία. Δυστυχώς μάλλον για λίγο μόνο. Διότι μόνον όταν μια κοινωνία δεν αδιαφορεί, δε μένει μόνο στο να σχολιάζει τις «περίεργες» συμπεριφορές παιδιών και εφήβων, αλλά ασκεί κοινωνικό έλεγχο και συνεπώς, αναλαμβάνει δράση για την αντιμετώπισή τους, τέτοιου είδους εγκλήματα πιθανότατα να περιορίζονταν σημαντικά.

 

Κωνσταντίνα Καστελιώτη

Επιμέλεια: Σαρηγιαννίδη Ευγενία

Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα efiveia.gr

, ,



Προσθέσετε απάντηση