Το Επάγγελμα του Ψυχολόγου

Κάποιες διευκρινίσεις αναφορικά με τον επαγγελματία ψυχολόγο στον οποίο απευθύνομαι

 

Τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για να ασκεί ένα άτομο το επάγγελμα του ψυχολόγου στην Ελλάδα είναι να διαθέτει βασικές σπουδές στα ακόλουθα Τμήματα: α) Τμήμα Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, β) Τμήμα Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης, γ) Τμήμα Ψυχολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δ) Πρόγραμμα Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών ή σε αναγνωρισμένα Πανεπιστήμια του Εξωτερικού. Όσον αφορά τις νομικές προϋποθέσεις άσκησης επαγγέλματος προβλέπεται η κτήση της κατά Νόμον Άδειας Ασκήσεως του Επαγγέλματος του Ψυχολόγου (Νόμος 991/79), η οποία εκδίδεται από την Νομαρχία (σήμερα Περιφέρεια) διαμονής και δραστηριοποίησης του εκάστοτε Ψυχολόγου.  Πιο συγκεκριμένα, με βάση τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος [Νόμος 2238/1994, άρθρο 48, Φ.Ε.Κ. 151/τ. Α΄/16.09.1994], ορίζεται ότι εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων μπορεί να προκύψει από την άσκηση του επαγγέλματος του Ψυχολόγου, μόνον και αποκλειστικά και όχι από την άσκηση επαγγέλματος υπό την κατοχή οποιουδήποτε άλλου τίτλου.

Επομένως, θεωρούμε αξιοσημείωτο να αναφερθούν κάποιες επιστημονικές, επαγγελματικές και νομικές διευκρινήσεις αναφορικά με το επάγγελμα του ψυχολόγου και τους διάφορους τίτλους επαγγελματικής εξειδίκευσης που συχνά το συνοδεύουν. Ειδικότερα, οι ακόλουθες προβαλλόμενες «επιστημονικές-επαγγελματικές» ιδιότητες «είναι ανυπόστατα επιτηδεύματα, τα οποία προβάλλονται από όσους με οποιονδήποτε τρόπο αντιποιούνται το επάγγελμα του Ψυχολόγου και του Ιατρού ή, ακόμη, από επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας: Ψυχολόγους, Ψυχιάτρους, Παιδοψυχιάτρους, που προβαίνουν σε πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού προς συναδέλφους τους.» Παρακάτω θα αναφέρουμε ενδεικτικά μερικές από αυτές τις ιδιότητες, οι οποίες χρησιμοποιούνται από τα άτομα – μη ειδικούς στην καθημερινότητά τους, όταν αναφέρονται σε διάφορες ειδικότητες ψυχολόγων, αλλά – και κυρίως – από τους ίδιους τους ψυχολόγους οι οποίοι μηχανεύονται βαρύγδουπους τίτλους που δεν παραπέμπουν σε κανένα εφαρμοσμένο επιστημονικό αντικείμενο – και συχνά είναι εντελώς κενοί περιεχομένου, με σκοπό να προωθήσουν μέσα από τέτοιες «ομπρέλες» τις υπηρεσίες που παρέχουν. Ονομαστικά λοιπόν καταγράφουμε τις διάφορες ονοματοθεσίες χωρίς και πάλι να μπορούμε να καλύψουμε το σύνολο τους, αφού η φαντασία των λειτουργών στο συγκεκριμένο επαγγελματικό και επιστημονικό χώρο φαίνεται να είναι αστείρευτη, χωρίς εντούτοις οι παραπάνω μεταπτυχιακές εξειδικεύσεις να τεκμηριώνονται πάντα από κάποιες αντίστοιχες σπουδές και τίτλους που τις πιστοποιούν – και κυρίως, χωρίς οι διάφορες πιστοποιημένες εξειδικεύσεις που πολλά ελληνικά και ευρωπαϊκά ΑΕΙ παρέχουν σήμερα στους αποφοίτους και πελάτες τους, να ανταποκρίνονται στις επιστημολογικές, ακαδημαϊκές και ερευνητικές προϋποθέσεις που θα απαιτούσε η διευκρίνιση της σχέσης της επιστημονικής εξειδίκευσης με τις βασικές σπουδές των «εξειδικευμένων» σε κάποιο επιστημονικά τεκμηριωμένο γνωστικό αντικείμενο.

Στο μέτρο λοιπόν που η κοινωνική και οικονομική κρίση πολλαπλασιάζει τα προβλήματα των ατόμων, που οι ανοικτές δυτικές κοινωνίες έχουν εξατομικευτεί και οι πόρτες των σπιτιών κλειδαμπαρώνονται, οι επαγγελματικοί κατάλογοι εκείνων που παρέχουν τις ψυχολογικές υπηρεσίες στήριξης διανθίζονται από ειδικότητες για όλα τα γούστα, όλες τις ηλικίες, όλα τα εισοδήματα και όλες τις πιθανές «δυσλειτουργίες». Οι επιμέρους τίτλοι ενδεικτικά είναι:

«Ψυχοθεραπευτής»

«Ψυχοπαιδαγωγός»

«Παιδοψυχολόγος»,

«Συμβουλευτικός Ψυχολόγος»

«Σύμβουλος Ψυχολόγος»

«Δραματοθεραπευτής»

«Παιγνιοθεραπευτής»

«Ψυχοκοινωνιολόγος»

«Ψυχοφυσιολόγος»

«Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας»

«Σεξοθεραπευτής»

«Θεραπευτής Οικογένειας»

«Σύμβουλος»

«Σύμβουλος Οικογένειας»

«Οικογενειακός Σύμβουλος»

«Σύμβουλος Γάμου»

«Σύμβουλος Ανθρωπίνων Σχέσεων»

«Σύμβουλος Συμπεριφοράς»

«Σύμβουλος Σχέσεων, Παιδιού και Οικογένειας»

«Ειδικός της Συμπεριφοράς» κλπ.,

 

Άραγε, όλοι οι παραπάνω βαρύγδουποι τίτλοι εξειδίκευσης των πολυάριθμων «θεραπευτών της ψυχής» υποκρύπτουν πάντα κάποιους επιτήδειους ή «απατεώνες κοινού ποινικού δικαίου», όπως συχνά λέγεται; Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα κάτι τέτοιο.

Αναφορικά με την άσκηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου για κλινικούς και θεραπευτικούς σκοπούς απαιτείται ωστόσο η επιφύλαξη του κοινού απέναντι στις ασάφειες που περικλείονται σε αυτούς τους ευφάνταστους τίτλους εξειδικεύσεων τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και προς τις μεθόδους παρέμβασης. Όμως είναι εμπειρικά βέβαιο ότι μέσα από τον πολλαπλασιασμό των παραπάνω πραγματικών ή κατά φαντασία ειδικών που εμφανίζονται στην αγορά εργασίας, η κοινωνία πληροφορείται για τον ρόλο και τη λειτουργία των ψυχολόγων, έστω ως εναλλακτική πρόταση στους ψυχιάτρους. Συνεπώς, διαμορφώνει εικόνες και παραστάσεις σχετικά με α) τους θεσμικούς τομείς ή τις ηλικίες που επιδέχονται κάποια πιθανή ψυχολογική υποστήριξη και β) με τα πιθανά διαγνωστικά ή θεραπευτικά μέσα που χρησιμοποιεί ο ψυχολόγος κατά το διάστημα της παρέμβασής του.

Όσον αφορά λοιπόν τον τίτλο του «Ψυχοθεραπευτού», που είναι ο περισσότερο διαδεδομένος, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει ξεχωριστή επαγγελματική ομάδα «Ψυχοθεραπευτών». Αντίθετα, υπάρχουν μόνον οι επιστημονικές – επαγγελματικές δραστηριότητες των ψυχολογικών θεραπειών, των «ψυχολογικών θεραπευτικών παρεμβάσεων» και των «θεραπευτικών παρεμβάσεων δια τού Λόγου». Με βάση τον Νόμο και τις αποφάσεις Εισαγγελικών και Δικαστικών Αρχών οι ψυχολογικές θεραπείες, οι «ψυχολογικές θεραπευτικές παρεμβάσεις» και οι «θεραπευτικές παρεμβάσεις δια του Λόγου», ασκούνται αποκλειστικώς από τους επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας κατόχους της σχετικής άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, δηλαδή, τους Ψυχολόγους, τους Ψυχιάτρους και τους Παιδοψυχιάτρους, εξειδικευμένους κατά θεωρία και πράξη. Σε μια χώρα, όμως όπως η Ελλάδα που, όπως λέγεται, «ότι δηλώσεις είσαι», δεν είναι περίεργο ότι κάποιος μπορεί να δηλώνει «θεραπευτής των ψυχών» με την ίδια άνεση που κάποιος άλλος θα δήλωνε κάτω από το όνομά του ποιητής ή λογοτέχνης: ουδείς θα ελέγξει την αλήθεια των λεγόμενων του, ούτε καν ο νόμος.

Θα πρέπει επομένως να διασαφηνιστεί η διάκριση μεταξύ επιστημονικής, και επαγγελματικής ταυτότητας, καθώς και οι συνδυασμοί τους, στο πεδίο της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής προβολής.

Παρατηρούμε επομένως πως μια επαγγελματική κατηγορία ιδιαζόντως «mainstream», όπως η ψυχολογία, περικλείει στο εσωτερικό της επιστημονικές ασάφειες, καιροσκοπικές παρερμηνείες και παρεξηγήσεις επιστημολογικού και μεθοδολογικού τύπου, που οφείλονται όχι μόνο στην πάντα πιθανή ημιμάθεια των ειδικών επιστημόνων, αλλά και στην σύγχυση εννοιών του πελατειακού κοινού στο οποίο απευθύνονται. Αυτή η σύγχυση δεν προκύπτει πια από κάποια έλλειψη πληροφόρησης, αλλά αντίθετα από την υπερπληροφόρηση του ενδιαφερόμενου κοινού, δηλαδή από την εξοικείωσή του με την διαχείριση πολλών ασύνθετων, μεθοδολογικά αμετουσίωτων και συχνά αντιφατικών πληροφοριών σχετικά με όλους όσους εκφέρουν επαγγελματικά κάποιο «λόγο» περί της «ψυχής».

 

      Ευγενία Σαρηγιαννίδη