Home » Δημοσιεύσεις - Άρθρα » Bullying, Παρενοχλήσεις και Καψόνια
Ιουν
24

Η γνωστή σε όλους μας περίπτωση του νεαρού Γιακουμάκη έδωσε την αφορμή να αναδειχθούν πολλά από τα κακώς κείμενα της νεοελληνικής κοινωνίας, που τόσον καιρό, στρουθοκαμηλίζοντας, παρίστανε πως δεν τα έβλεπε.

Βεβαίως, η εμπορική και ιδεολογική αξιοποίηση της θλίψης, του πένθους και του ανθρώπινου πόνου είναι ένα από αυτά. Ας μην μείνουμε όμως στην υπερβολική χρήση τέτοιων γεγονότων από τα ΜΜΕ και κυρίως από την τηλεόραση και από το διαδίκτυο, αλλά ας σκύψουμε πάνω σε κάποιες αποσπασματικές παρατηρήσεις επί της παρούσας κατάστασης, που η συνοπτική ανάλυση κάθε μιας από αυτές ξεχωριστά, θα απαιτούσε σωρεία άρθρων.

Καταρχάς, η περίπτωση του αδικοχαμένου φοιτητή Γιακουμάκη μετατρέπεται σε εργαλείο στα χέρια του κάθε ατόμου ή της κάθε κοινωνικής ομάδας για να μιλήσει, να υψώσει τη φωνή της, να διαμαρτυρηθεί. Μια τόσο σοβαρή και δύσκολη ψυχοκοινωνιολογικά υπόθεση μετατρέπεται σε «πασπαρτού κλειδί» για κάθε περίπτωση που αισθάνεται ότι αδικείται. Επί παραδείγματι, στη Θεσσαλονίκη διοργάνωσαν «αντιρατσιστική» διαδήλωση με βασικό σύνθημα ότι ο Βαγγέλης Γιακουμάκης ήταν θύμα ρατσισμού. Κατά πως φαίνεται, όλοι οι δήθεν ευαισθητοποιημένοι, μόλις κολλήσουν σε κάθε κοινωνική κατάσταση που έχει τραγική κατάληξη τη λέξη ρατσισμός, νιώθουν ότι ανακάλυψαν μια μεγάλη κοινωνική αλήθεια.

Είναι της μόδας λοιπόν η κατάχρηση της λέξης «ρατσισμός» (όπως και «φασισμός»). Στις λέξεις η χρήση των οποίων είναι τώρα μόδα, προστίθεται και εκείνη του αμερικανόπνευστου bullying. Και κάθε φορά που γίνεται κάτι μόδα υιοθετείται εκατέρωθεν. Θα αρχίσουμε λοιπόν να βλέπουμε όλο και πιο συχνά θύτες, καθώς και θύματα. Διότι, ως γνωστόν, η σχέση θύτη – θύματος προσιδιάζει στη διαλεκτική σχέση αφέντη – δούλου. Η ύπαρξη του ενός αποτελεί προϋπόθεση της ύπαρξης του άλλου.

Επιπρόσθετα, η περίπτωση του φοιτητή της γαλακτοκομικής σχολής Ιωαννίνων «τρίβει στη μούρη» της ελληνικής κοινωνίας κάποια στοιχεία της, που, ενώ φώναζαν καιρό, με το θάνατο του νεαρού Βαγγέλη Γιακουμάκη, έκαναν αισθητή την παρουσία τους. Ας επισημάνουμε κάποια από αυτά:

Α) Τη διαρκή και σταδιακή εξατομίκευση της κοινωνίας μας, μέσα στην οποία βλέπεις όλο και πιο συχνά μοναχικούς νέους ανθρώπους, χωρίς υποστηρικτικό κοινωνικό περιβάλλον να τους συμπαρασταθεί. Ο Γιακουμάκης είχε την ατυχία να ζει σε μια κοινωνία ιδιωτών, εθισμένη σε όλο και πιο ελαστικούς ηθικούς κανόνες στο όνομα του εκδημοκρατισμού της. Μια κοινωνία που συγκαλύπτει πίσω από τον υποκριτικό φερετζέ της «ανεκτικότητας» την εξατομίκευσή της, την αδιαφορία της και την ανικανότητά της να αναλάβει το στοιχειώδες καθήκον του κοινωνικού ελέγχου των ατομικών συμπεριφορών. Με την αποδιοργάνωση των θεσμικών πλαισίων της οικογένειας και του σχολείου, το ενήλικο κοινωνικό περιβάλλον γονέων και εκπαιδευτικών κατάντησε άλλωστε να υφίσταται το ίδιο συχνά την παρενόχληση και την απαξίωση από την πλευρά των παιδιών και των μαθητών. Και αυτό συμβαίνει τόσο πιο συχνά, όσο περισσότερο οι ενήλικες φαίνονται ανίκανοι να αντιδράσουν ή ακόμα μοιάζουν αδιάφοροι και αποστασιοποιημένοι από τα προβλήματα και τις δυσκολίες των παιδιών και των εφήβων, των οποίων ωστόσο θεωρητικά, η κοινωνία των ενηλίκων έχει αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση και την κοινωνικοποίηση.

Β) Τη γυάλα μέσα στην οποία μεγαλώνουν πολλά από τα παιδιά σήμερα. Τις μανάδες που ανατρέφουν τους απογόνους τους μέσα σε «αποστειρωμένα» περιβάλλοντα, καλλιεργώντας την πιο συγκαλυμμένη – και γι’ αυτό πιο σκληρή – μορφή βίας, η οποία στρέφεται είτε προς τον άλλο, είτε πολύ συχνά προς τον εαυτό. Μέσα δηλαδή σε ιδεολογίες ανταγωνισμού προς τους άλλους και ταυτόχρονα υπερπροστατευτισμού.

Γ) Τη λήθη στην οποία έχει περιπέσει το αρχαιοελληνικό τρίπτυχο Υπερβολή – Ύβρη – Τιμωρία. Την ύπαρξη δηλαδή ορίων – συνόρων, πέραν από τα οποία «δεν πάει κανείς» – και όποιος πάει θα πρέπει να αναμένει βαρύ τον πέλεκυ. Διότι καψόνια γινόντουσαν ανέκαθεν, πλάκες και καζούρα το ίδιο. Ενδεχομένως, παλαιότερα σκληρότερης μορφής. Υπήρχε όμως και ένα όριο διαφορετικό για τον κάθε άνθρωπο, που το καθόριζε η κοινή λογική και η κοινωνική εμπειρία και το οποίο φρόντιζε να μη ξεπεράσει κανείς. Αν κάποιος το ξεπέρναγε, έβρισκε απέναντί του την ίδια την κοινωνία που προηγουμένως μπορεί να γέλαγε και να συμμετείχε στην καζούρα. Ένα «ως εδώ σε παίρνει γιατί ο κάθε άνθρωπος έχει τα όρια και τις αντοχές του». Δηλαδή υπήρχε ένας κοινωνικός έλεγχος που ναι μεν ήταν ελαστικός, αλλά όχι υπερβολικά ανεκτικός, βάζοντας μέτρο στις συμπεριφορές που κινούνταν προς τα άκρα. Έτσι, ενώ ακόμα και στο στρατό, όπου το παραδοσιακό «καψόνι» είχε κάποτε ένα ρόλο σκληραγώγησης των οπλιτών, έχει προ πολλού απαγορευτεί, διότι προφανώς η υπερπροστατευτική κοινωνία έχει πάψει να το αποδέχεται, η ηθική παρενόχληση, αλλά και το ίδιο το καψόνι επανέρχεται μαζικά στην καθημερινότητα, χωρίς συνήθως να ενοχλείται κανείς από το ευρύτερο «φιλικό περιβάλλον» ή τουλάχιστον χωρίς κανείς να μπορεί πια να αντιδράσει σε φασιστοειδείς τραμπουκισμούς που υφίστανται ορισμένα παιδιά.

Αντ’ αυτών, διότι σε κανένα τραπέζι τηλεοπτικής ψυχολογίας δεν λέγονται πολλά από τα προαναφερθέντα αυτονόητα και άλλα πολλά που η έκταση του άρθρου δεν μας επιτρέπει να αναφέρουμε, η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων φαίνεται να προσεγγίζεται αποκλειστικά και μόνο μέσα από δυο οπτικές:

Η πρώτη αφορά τους ειδικούς (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς κλπ.), οι οποίοι θα αναλάβουν, σχεδόν «μαγικά», και μόνον και μόνον χάρη στη ιδιότητά τους, να λύσουν ένα πρόβλημα η αντιμετώπιση του οποίου παραδοσιακά άνηκε στην κοινωνία (οικογένεια, φίλους, γείτονες, δασκάλους κλπ.)

Η δεύτερη αφορά την αστυνομοκρατία. Σατιρίζοντας θα λέγαμε: «Αστυνόμους και στα νηπιαγωγεία! Αρχικά σύσταση και μετά αναμορφωτήριο για το νήπιο που έβαλε την ξυλομπογιά στο μάτι του συμμαθητή του.» Κάθε φορά που τα αδέρφια τσακώνονται μεταξύ τους και το ένα παρενοχλεί το άλλο, θα πρέπει σε λίγο να καλείται αφενός ο οικογενειακός σύμβουλος, αφετέρου το ειδικό σώμα της αστυνομίας, το αρμόδιο για τη διαφύλαξη της γαλήνης στην οικογενειακή εστία. Με άλλα λόγια, σε αυτές τις συνθήκες η κοινωνία αφυπνίζεται στιγμιαία και μόνο εικονικά, όταν κάτι τόσο τραγικό χτυπήσει την πόρτα της επικαιρότητας. Και όταν αφυπνίζεται έτσι, κινδυνεύει να αυστηροποιήσει το νομικό οπλοστάσιο της τυπικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων με τρόπο αστυνομικό. Να μεταφέρει δηλαδή τον απόντα συλλογικό κοινωνικό έλεγχο στις αρμοδιότητες και τις ευθύνες των εισαγγελέων και των διαφόρων «ειδικών». Να αναθέσει τελικά στην αστυνομία να βάλει τάξη παντού όπου η δήθεν ανεκτική κοινωνία αποφάσισε ότι είναι καλύτερο να απουσιάζει, έτσι ώστε ο αποκαλούμενος μέσος πολίτης να διατηρήσει την αυτιστική ησυχία του μαζί με την «αγανάκτησή» του για τα φαινόμενα της παρενόχλησης. Αυτό δεν σημαίνει πως στις παρούσες συνθήκες μπορεί να ισχυριστεί κάποιος πως δεν χρειάζονται και οι «ειδικοί» και η αστυνομία. Όμως, κατά πως φαίνεται, η ελληνική κοινωνία έχει μάθει για τα καλά πως «ο καλύτερος τρόπος να βγάλεις το φίδι από την τρύπα είναι με το χέρι άλλου» και όταν αποφασίζει η ίδια να ενεργοποιηθεί, θυμίζει τιμωρητικές εκδηλώσεις τύπου «Εισβάλλουμε στη Γαλακτοκομική Σχολή και όποιον πάρει ο Χάρος».

Λυπούμαστε πολλαπλά. Για τον άδικο χαμό του νέου αυτού παιδιού. Για την συχνά ασεβή χρήση της ζωής και του θανάτου του. Αλλά λυπούμαστε και ντρεπόμαστε ακόμα περισσότερο για μια κοινωνία που συγχρόνως εξατομικεύεται, φασιστοποιείται, ξεχαρβαλώνεται, στρέφεται εναντίον του εαυτού της και μοιάζει να αυτοκτονεί συλλογικά.

Ευγενία Σαρηγιαννίδη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη», Μάρτιος 2015, Έτος 7ο, Αρ. Φύλλου 72.

, , ,



Προσθέσετε απάντηση